Το κεφάλαιο αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της υιοθέτησης στρατηγικής προσέγγισης και σαφώς καθορισμένων πλαισίων παρακολούθησης και αξιολόγησης για την καταπολέμηση της απάτης. Περιγράφει τα βασικά στοιχεία αποτελεσματικών συστημάτων παρακολούθησης και αξιολόγησης, όπως η ενσωμάτωση της παρακολούθησης και της αξιολόγησης στον κύκλο στρατηγικής, η ενίσχυση της χρήσης δεδομένων, ο σχεδιασμός και η επιλογή κατάλληλων δεικτών, καθώς και η αναγνώριση των βασικών περιορισμών μέτρησης και ανάλυσης.
Αξιολόγηση, Επικαιροποίηση και Παρακολούθηση των Στρατηγικών Καταπολέμησης της Απάτης
1. Ο ρόλος της παρακολούθησης και της αξιολόγησης στην καταπολέμηση της απάτης
Copy link to 1. Ο ρόλος της παρακολούθησης και της αξιολόγησης στην καταπολέμηση της απάτηςΠερίληψη
1.1. Εισαγωγή
Copy link to 1.1. ΕισαγωγήΗ ακεραιότητα είναι ένας από τους πυλώνες πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δομής και ακρογωνιαίος λίθος χρηστής διακυβέρνησης (OECD, 2017[1]). Ωστόσο, καμία χώρα δεν είναι απρόσβλητη από παραβιάσεις ακεραιότητας – η απάτη και η διαφθορά είναι ευρέως διαδεδομένες σε όλες τις κοινωνίες και, αν δεν αντιμετωπιστούν, μπορούν να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς, να θέσουν σε κίνδυνο τη λειτουργία των δημοκρατιών και να βλάψουν την κοινωνική και οικονομική ευημερία (OECD, 2024[2]). Σε παγκόσμιο επίπεδο, αναδύεται μια σαφής τάση: η κλίμακα και ο αντίκτυπος της απάτης αυξάνονται, επιδεινώνονται από τις εξελίξεις στην τεχνολογία και τους αυξανόμενους κινδύνους σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος με σκοπό τη διάπραξη εκτεταμένης, συστηματικής απάτης. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έρευνα για την Απάτη της Ένωσης Πιστοποιημένων Εξεταστών Απάτης (Association of Certified Fraud Examiners – ACFE), εκτιμάται ότι οι οργανισμοί χάνουν ετησίως, σε παγκόσμιο επίπεδο, ποσοστό 5% των πόρων τους λόγω επαγγελματικής απάτης, γεγονός που αντιστοιχεί σε απώλειες άνω των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Επιπλέον, η ετήσια έκθεση 2025 της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) ανέφερε ότι η ζημία που προκλήθηκε από απάτη και άλλα εγκλήματα κατά του προϋπολογισμού της ΕΕ εκτιμάται ότι ανέρχεται σε περίπου EUR 25 δισεκατομμύρια, σημειώνοντας σημαντική αύξηση 22,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Πάνω από το ήμισυ της ζημίας αυτής συνδέεται με διασυνοριακή απάτη στον ΦΠΑ, με συστηματική συμμετοχή εγκληματικών οργανώσεων (ACFE, 2024[3]; European Public Prosecutor’s Office, 2025[4]).
Στο εσωτερικό της ΕΕ, η υποχρέωση προστασίας του προϋπολογισμού της ΕΕ με καταπολέμηση της απάτης και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ αποτελεί κοινή ευθύνη μεταξύ της ΕΕ και των Κρατών Μελών της.1 Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο ενθαρρύνουν σθεναρά την υιοθέτηση εθνικών στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης (ΕΣΚΑ/NAFS) στα κράτη μέλη της ΕΕ για την αποτελεσματική και αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της (European Commission, 2023[5])ΕΕ. Μια ΕΣΚΑ/NAFS όχι μόνο βελτιώνει την πρόληψη, τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των παρατυπιών και της απάτης σε εθνικό επίπεδο, αλλά επίσης ενισχύει τη θεσμική συνεργασία και τη λογοδοσία, τη διαφάνεια για το κοινό σχετικά με τις προσπάθειες καταπολέμησης της απάτης και τη διοργανωτική συνεργασία και συντονισμό για την από κοινού αντιμετώπιση κοινών ζητημάτων, όπως με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και άλλα κράτη μέλη της ΕΕ.
Είναι σημαντικό ότι η υιοθέτηση ΕΣΚΑ/NAFS μπορεί να επιτρέψει στις χώρες να προχωρήσουν στην προληπτική ανίχνευση και πρόληψη της απάτης, συγκεντρώνοντας πόρους και τεχνογνωσία σε διάφορους τομείς και επίπεδα διακυβέρνησης για την αντιμετώπιση της απάτης με ολιστικό και συστηματικό τρόπο (OECD, 2026[6]). Σε αυτό το πλαίσιο, αναγνωρίζεται συνεχώς περισσότερο ότι η αντιμετώπιση της σύγχρονης απάτης απαιτεί από τις κυβερνήσεις να απομακρυνθούν από κατακερματισμένες παρεμβάσεις που αφορούν συγκεκριμένους φορείς στην υιοθέτηση μιας σφαιρικής κυβερνητικής προσέγγισης. Στο πλαίσιο των προπαρασκευαστικών εργασιών για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δρομολόγησε μια Επισκόπηση της Αρχιτεκτονικής Καταπολέμησης της Απάτης με σκοπό την καλύτερη αντιμετώπιση των προκλήσεων και τη γεφύρωση των υφιστάμενων κενών στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Η Λευκή Βίβλος για την επισκόπηση επισημαίνει ότι ένα βασικό μέτρο για την ενίσχυση της πρόληψης σε εθνικό επίπεδο είναι η υιοθέτηση ΕΣΚΑ/NAFS με σχετικά σχέδια δράσης (European Commission, 2025[7]). Τα βασικά στοιχεία μιας ΕΣΚΑ/NAFS επισημαίνονται στο παρακάτω πλαίσιο και αναλύονται περαιτέρω στο επιμέρους κεφάλαιο με θέμα «Οριζόντιες αρχές για αποτελεσματικά συστήματα παρακολούθησης και αξιολόγησης».
Πλαίσιο 1.1. Βασικά στοιχεία μιας στρατηγικής προσέγγισης καταπολέμησης της απάτης
Copy link to Πλαίσιο 1.1. Βασικά στοιχεία μιας στρατηγικής προσέγγισης καταπολέμησης της απάτηςΟι Δείκτες Δημόσιας Ακεραιότητας του ΟΟΣΑ (PIIs) περιλαμβάνουν ειδικά κριτήρια που προέρχονται από βέλτιστα πρότυπα και πρακτικές που ορίζονται στη Σύσταση του ΟΟΣΑ για τη Δημόσια Ακεραιότητα και άλλα διεθνή νομικά μέσα. Οι PIIs υποστηρίζουν τις χώρες με αντικειμενική αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων και των αδυναμιών των συστημάτων τους για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την ακεραιότητα, συμπεριλαμβανομένης της ποιότητας των στρατηγικών πλαισίων (π.χ. Εθνικές Στρατηγικές Καταπολέμησης της Διαφθοράς και της Απάτης). Οι κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εκπόνηση ΕΣΚΑ/NAFS ακολουθούν μια παρόμοια προσέγγιση στην ανάπτυξη μιας στρατηγικής προσέγγισης καταπολέμησης της απάτης. Ανεξάρτητα από το αν ένα στρατηγικό πλαίσιο έχει υιοθετηθεί ως ενιαία εθνική στρατηγική ή υπό άλλη μορφή, μια στρατηγική προσέγγιση για τη δημόσια ακεραιότητα, συμπεριλαμβανομένης της καταπολέμησης της απάτης, θα πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
Ανάλυση προβλημάτων: Προσδιορισμός, ανάλυση και μετριασμός κινδύνου: η ανάλυση προβλημάτων παρέχει τα θεμέλια της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης και περιλαμβάνει τη διεξαγωγή αξιολόγησης κινδύνου απάτης για την αξιολόγηση της φύσης, της έκτασης και του αντικτύπου απάτης στη χώρα, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κινδύνων απάτης. Το προπαρασκευαστικό αυτό στάδιο θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει αξιολόγηση των ευκαιριών και των προκλήσεων που μπορούν να διευκολύνουν ή να εμποδίσουν την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης (όπως η υφιστάμενη νομοθεσία, η οργάνωση, οι διαδικασίες, τα μέσα και οι πόροι και η συνεργασία μεταξύ συναφών φορέων καταπολέμησης της απάτης), για την επιλογή των αποτελεσματικότερων μέτρων μετριασμού του κινδύνου κατά την ανάπτυξη της στρατηγικής και του σχεδίου δράσης.
Σχεδιασμός στρατηγικής: προτεραιότητα σε στόχους, διαβούλευση και συντονισμός πολιτικής: μετά την ολοκλήρωση ενδελεχούς ανάλυσης προβλημάτων και αξιολόγησης κινδύνου απάτης, το επόμενο βήμα είναι η ανάπτυξη μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης που θα πρέπει να μετριάσει τους εντοπισμένους κινδύνους και προκλήσεις, διασφαλίζοντας τη συνοχή μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, πολιτικών και στόχων. Αυτό συνεπάγεται τον προσδιορισμό και την ιεράρχηση των στόχων καταπολέμησης της απάτης, την κάλυψη των σταδίων του κύκλου καταπολέμησης της απάτης, καθώς και τη διαβούλευση και τον συντονισμό μεταξύ συναρμοδίων φορέων καταπολέμησης της απάτης.
Ανάπτυξη δεικτών με γραμμές βάσης, ορόσημα και στόχους: οι δείκτες απόδοσης αποτελούν βασικά στοιχεία που καταδεικνύουν την πρόοδο που έχει επιτελεστεί (ή τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν) προς την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης. Οι δείκτες μπορούν να βασίζονται σε ποσοτικά ή ποιοτικά δεδομένα, επιτρέποντας τη συγκριτική αξιολόγηση για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των διαφόρων παρεμβάσεων στη στρατηγική καταπολέμησης της απάτης.
Κατάρτιση του σχεδίου δράσης, κατανομή αρμοδιοτήτων και δραστηριότητες κοστολόγησης: το σχέδιο δράσης αποτελεί το κύριο μέσο υλοποίησης της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης. Το σχέδιο δράσης θα πρέπει να περιλαμβάνει προτεινόμενους στόχους, μέτρα, αρμόδιους θεσμικούς φορείς, δείκτες και αντίστοιχες πηγές δεδομένων, εκτιμήσεις των κεφαλαιακών και λειτουργικών δαπανών και τυχόν πρόσθετες δαπάνες, ενώ θα πρέπει να είναι δημόσια διαθέσιμο.
Εφαρμογή, παρακολούθηση, αξιολόγηση και κοινοποίηση των αποτελεσμάτων: τέλος, η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα ισχυρό πλαίσιο παρακολούθησης και αξιολόγησης για την αξιολόγηση της προόδου επίτευξης στρατηγικών στόχων και την ανανέωση επικαιροποιήσεων ή αναθεωρήσεων της στρατηγικής και του σχεδίου δράσης για την καταπολέμηση της απάτης. Το όφελος παρακολούθησης και αξιολόγησης για τη διαχείριση, το σχεδιασμό πολιτικής και την οργανωτική μάθηση εξαρτάται επίσης σημαντικά από τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνείται η πρόοδος και τα αποτελέσματα της στρατηγικής. Η επικοινωνία αποτελεί συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης και του πλαισίου παρακολούθησης και αξιολόγησης της.
Πηγή: Προσαρμογή από (OECD, 2024[8]; OECD, 2020[9]; European Commission, 2016[10]; OECD, 2017[1]).
Η Έκθεση Προοπτικών του ΟΟΣΑ για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς και την Ακεραιότητα (2026) δείχνει ότι οι χώρες υιοθετούν ολοένα και περισσότερο ειδικά πλαίσια για την καταπολέμηση της απάτης, με προσεγγίσεις που ποικίλλουν από την ενσωμάτωση των στόχων καταπολέμησης της απάτης σε υφιστάμενα πλαίσια για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την ακεραιότητα έως την υιοθέτηση αυτόνομων εθνικών, τομεακών και οργανωτικών στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης για τη διασφάλιση των δημόσιων πόρων (βλ. Σχήμα 1.1). Από τις 63 χώρες Μέλη και εταίρους του ΟΟΣΑ, συμπεριλαμβανομένων 25 κρατών μελών της ΕΕ και 5 χωρών υποψήφιων για ένταξη στην ΕΕ, επτά χώρες (11%) διατηρούν σε ισχύ εθνικές, ολοκληρωμένες στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης και δεκαεννέα χώρες (30%) έχουν υιοθετήσει στρατηγικές σε επίπεδο μεμονωμένου υπουργείου ή φορέα («στρατηγικές οργανωτικού επιπέδου»). Επιπλέον, δέκα χώρες (16%) διαθέτουν στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης για έναν συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας, έναν τομέα δημόσιων δαπανών ή ένα ειδικό πρόγραμμα χρηματοδότησης (OECD, 2026[6]).
Σχήμα 1.1. Στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης στα Μέλη/Εταίρους του ΟΟΣΑ & μέλη της ΕΕ και στις υποψήφιες χώρες
Copy link to Σχήμα 1.1. Στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης στα Μέλη/Εταίρους του ΟΟΣΑ & μέλη της ΕΕ και στις υποψήφιες χώρες
Σημείωση: Οι υπογραμμισμένες χώρες στα «Μέλη της ΕΕ και υποψήφιες χώρες της ΕΕ» είναι υποψήφιες για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Γραμματεία του ΟΟΣΑ διεξήγαγε έρευνα σε 63 χώρες μέλη και εταίρους για τον εντοπισμό διαθέσιμων στο κοινό, επικαιροποιημένων στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης. Οι αυτόνομες στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης υιοθετούνται από την κεντρική κυβέρνηση και δεν αναφέρονται σε μία μόνο δραστηριότητα ή πρόγραμμα. Οι τομεακές στρατηγικές αντιμετωπίζουν φαινόμενα απάτης σε ένα συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας, πρόγραμμα ή σύστημα χρηματοδότησης. Οι στρατηγικές οργανωτικού επιπέδου περιλαμβάνουν στόχους καταπολέμησης της απάτης που σχετίζονται με τις δραστηριότητες ενός υπουργείου ή ενός φορέα του δημοσίου. Οι κατηγορίες των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης δεν είναι αμοιβαίως αποκλειόμενες και οι χώρες μπορούν να διαθέτουν ταυτόχρονα διάφορους τύπους στρατηγικών. Ωστόσο, για σκοπούς οπτικοποίησης, εμφανίζεται μόνο ένας τύπος στρατηγικής ανά χώρα, αποδίδοντας προτεραιότητα στις στρατηγικές εθνικού επιπέδου. Για παράδειγμα, μια χώρα που διαθέτει αυτόνομη εθνική στρατηγική καταπολέμησης της απάτης και στόχο ή στόχους καταπολέμησης της απάτης εντός του στρατηγικού πλαισίου καταπολέμησης της διαφθοράς εμφανίζεται μόνο μία φορά, για την πρώτη κατηγορία στρατηγικής.
Πηγή: (OECD, 2026[6])
Μολονότι περισσότερες χώρες υιοθετούν στρατηγικά πλαίσια για την καταπολέμηση της απάτης, πολλές εξακολουθούν να μην διαθέτουν σαφώς καθορισμένα πλαίσια παρακολούθησης και αξιολόγησης για να αξιολογήσουν τη συμβολή των προσπαθειών καταπολέμησης της απάτης και να διαπιστώσουν κατά πόσο τα υφιστάμενα μέτρα είναι αποτελεσματικά. Η Έκθεση Προοπτικών του ΟΟΣΑ για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς και την Ακεραιότητα (2026) υπογραμμίζει το γεγονός αυτό ως ευρύτερη τάση: Μεταξύ των 46 χωρών Μελών και εταίρων του ΟΟΣΑ που διαθέτουν σχετικούς στρατηγικούς στόχους για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την ακεραιότητα σε ισχύ, λιγότερες από τις μισές χώρες χρησιμοποιούν δείκτες επιπέδου αποτελεσμάτων και αξιολόγηση για να αποδείξουν τα συγκεκριμένα πλεονεκτήματα βελτιώσεων της ακεραιότητας και μόνο ποσοστό 37% των χωρών είχαν προγραμματίσει μια τελική αξιολόγηση ως επίσημη δραστηριότητα (OECD, 2026[6]).
Τα πλαίσια παρακολούθησης και αξιολόγησης αποτελούν θεμελιώδεις έννοιες για την κατανόηση του τρόπου υλοποίησης στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης, του βαθμού κατά τον οποίο η στρατηγική επιτυγχάνει τα επιθυμητά αποτελέσματα και, τελικά, του βαθμού μείωσης των φαινομένων απάτης. Για να συμβαδίζουν με τους εξελισσόμενους κινδύνους απάτης, οι στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης θα πρέπει να συνοδεύονται από ένα ισχυρό πλαίσιο παρακολούθησης και αξιολόγησης, ώστε να διασφαλίζεται ότι παραμένουν «ζωντανά», τεκμηριωμένα έγγραφα πολιτικής, ικανά να αντιμετωπίζουν τόσο τις τρέχουσες απειλές όσο και τους αναδυόμενους κινδύνους απάτης. Επιπλέον, η διασφάλιση επικοινωνίας των αποτελεσμάτων και της προόδου στο πλαίσιο των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης τόσο με εσωτερικούς όσο και με εξωτερικούς ενδιαφερόμενους αποτελεί βασικό μέτρο διαφάνειας, που επιτρέπει τη λογοδοσία και αυξάνει την αξιοπιστία των προσπαθειών ακεραιότητας για την τόνωση μελλοντικών δράσεων.
Αν και διασυνδεδεμένες έννοιες, η παρακολούθηση και η αξιολόγηση αποτελούν διακριτές δραστηριότητες που εξυπηρετούν διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς σκοπούς:
Η παρακολούθηση αντιστοιχεί σε μια συνήθη διαδικασία συλλογής και αναφοράς αποδεικτικών στοιχείων για να διασφαλιστεί ότι οι πόροι δαπανώνται με τον κατάλληλο τρόπο, οι εκροές είναι επιτυχείς και τα ορόσημα και οι στόχοι εκπληρούνται κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής του έργου. Για την παρακολούθηση, είναι απαραίτητο να συλλέγονται συστηματικά πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένους δείκτες, ώστε να παρέχονται στους βασικούς ενδιαφερόμενους μιας τρέχουσας πρωτοβουλίας πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο και τις προκλήσεις κατά την εφαρμογή της.
Η αξιολόγηση, με τη σειρά της, είναι μια δομημένη και αντικειμενική εκτίμηση μιας εξελισσόμενης ή ολοκληρωθείσας πρωτοβουλίας σχετικά με τον σχεδιασμό της, την υλοποίηση της και τα αποτελέσματά της. Στόχος της αξιολόγησης είναι να καθοριστεί η συνάφεια και η εκπλήρωση των στόχων, η συνοχή, η αποδοτικότητα, η αποτελεσματικότητα, ο αντίκτυπος και η βιωσιμότητα μιας παρέμβασης πολιτικής. Πάνω απ 'όλα, οι αξιολογήσεις θα πρέπει να ενεργοποιούν τη μάθηση και να επιτρέπουν τη διαχρονική συνέχεια και συνοχή (OECD, 2020[11]).
Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση καθορίζει μια ολοκληρωμένη μεθοδολογία για την παρακολούθηση, την αξιολόγηση και την επικαιροποίηση των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης. Στόχος της έκθεσης είναι να ενισχυθούν οι προσπάθειες ενδελεχούς εποπτείας και συνεχούς βελτίωσης των μέτρων καταπολέμησης της απάτης, παρέχοντας μια δομημένη, δυναμική προσέγγιση στη διαχείριση στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης που όχι μόνο ανταποκρίνονται στις τρέχουσες απειλές αλλά προσαρμόζονται και στις μελλοντικές προκλήσεις. Η μεθοδολογία προορίζεται κυρίως για τους φορείς που συντονίζουν την υλοποίηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης (όπως η Υπηρεσία Συντονισμού Καταπολέμησης της Απάτης (AFCOS), στα Κράτη Μέλη της ΕΕ), αλλά μπορεί επίσης να είναι χρήσιμη για φορείς υλοποίησης μια στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης. Η μεθοδολογία εφαρμόζεται σε όλους τους τύπους στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης, ανεξάρτητα από το αν έχει επιλεγεί εθνική, τομεακή, περιφερειακή ή οργανωτική προσέγγιση. Η έκθεση συμπληρώνεται από ένα Παράρτημα που περιλαμβάνει πρακτικά εργαλεία παρακολούθησης και αξιολόγησης τα οποία προορίζονται να εξοπλίσουν τις χώρες με τους απαραίτητους πόρους διαμόρφωσης ισχυρού πλαισίου παρακολούθησης και αξιολόγησης:
Εργαλείο 1: Δείγμα ερωτηματολογίου για την Αξιολόγηση – Εργαλείο αξιολόγησης
Εργαλείο 2: Κατάλογος Δεικτών Αποτελεσμάτων και Αντικτύπου – Εργαλείο αξιολόγησης
Εργαλείο 3: Λίστα ελέγχου για την Επικαιροποίηση Στρατηγικών και Σχεδίων Δράσης Καταπολέμησης της Απάτης - Εργαλείο αξιολόγησης και Επικαιροποίησης
Δεν υπάρχει ενιαίος, καθολικά αποδεκτός νομικός ορισμός της «απάτης» παγκόσμιας ισχύος (OECD, 2026[6]). Για τους σκοπούς της παρούσας έκθεσης και για να διασφαλιστεί ότι υπάρχει σαφής κατανόηση των διαφόρων συνιστωσών της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ θα χρησιμοποιηθεί ο ορισμός της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, όπως ορίζεται στην Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, για την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του ποινικού δικαίου (Οδηγία PIF) (Πλαίσιο 1.2).
Πλαίσιο 1.2. Ορισμός της απάτης σύμφωνα με το άρθρο 3.2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουλίου 2017 για την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του ποινικού δικαίου (Οδηγία PIF)
Copy link to Πλαίσιο 1.2. Ορισμός της απάτης σύμφωνα με το άρθρο 3.2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουλίου 2017 για την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του ποινικού δικαίου (Οδηγία PIF)(α) όσον αφορά τις δαπάνες που δεν σχετίζονται με προμήθειες, κάθε ενέργεια ή παράλειψη σχετικά με:
(i) τη χρήση ή την υποβολή ψευδών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων, με αποτέλεσμα την υπεξαίρεση ή την εσφαλμένη παρακράτηση πόρων ή στοιχείων ενεργητικού που προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης ή από προϋπολογισμούς των οποίων η διαχείριση ασκείται από την Ένωση ή για λογαριασμό της·
(ii) την αποσιώπηση πληροφοριών κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης, με τα αυτά αποτελέσματα· ή
(iii) την κατάχρηση αυτών των πόρων ή στοιχείων ενεργητικού, για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους χορηγήθηκαν αρχικώς·
(β) όσον αφορά τις δαπάνες που σχετίζονται με προμήθειες, κάθε ενέργεια ή παράλειψη, τουλάχιστον όταν διαπράττεται με σκοπό την αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους για τον δράστη ή άλλον, ζημιώνοντας τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, σχετικά με:
(i) τη χρήση ή την υποβολή ψευδών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων, με αποτέλεσμα την υπεξαίρεση ή την εσφαλμένη παρακράτηση πόρων ή στοιχείων ενεργητικού που προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης ή από προϋπολογισμούς των οποίων η διαχείριση ασκείται από την Ένωση ή για λογαριασμό της·
(ii) την μη γνωστοποίηση πληροφοριών κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης, με τα αυτά αποτελέσματα· ή
(iii) την κατάχρηση αυτών των πόρων ή στοιχείων ενεργητικού, για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους χορηγήθηκαν αρχικώς, η οποία ζημιώνει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης·
(γ) όσον αφορά τα έσοδα, εκτός από τα έσοδα που προκύπτουν από τους ιδίους φόρους ΦΠΑ που αναφέρονται στο στοιχείο δ), κάθε ενέργεια ή παράλειψη σχετικά με:
(i) τη χρήση ή την υποβολή ψευδών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων, με αποτέλεσμα την παράνομη μείωση των πόρων του προϋπολογισμού της Ένωσης ή των προϋπολογισμών των οποίων η διαχείριση ασκείται από την Ένωση ήγια λογαριασμό της·
(ii) την μη γνωστοποίηση πληροφοριών κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης, με τα αυτά αποτελέσματα· ή
(iii) την κατάχρηση ενός νομίμως αποκτηθέντος ευεργετήματος, με τα αυτά αποτελέσματα·
(δ) όσον αφορά τα έσοδα που προκύπτουν από ίδιους πόρους ΦΠΑ, κάθε πράξη ή παράλειψη που διαπράττεται σε διασυνοριακά συστήματα απάτης σε σχέση με:
(i) τη χρήση ή την υποβολή ψευδών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων που σχετίζονται με τον ΦΠΑ, με αποτέλεσμα τη μείωση των πόρων του προϋπολογισμού της Ένωσης·
(ii) την μη γνωστοποίηση πληροφοριών που συνδέονται με τον ΦΠΑ, κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης, με τα αυτά αποτελέσματα· ή
(iii) την ορθή παρουσίαση των δηλώσεων ΦΠΑ για τους σκοπούς της δόλιας συγκάλυψης της μη καταβολής ή της παράνομης σύστασης δικαιωμάτων στις επιστροφές ΦΠΑ.
1.2. Διατομεακές αρχές για αποτελεσματικά συστήματα παρακολούθησης & αξιολόγησης
Copy link to 1.2. Διατομεακές αρχές για αποτελεσματικά συστήματα παρακολούθησης & αξιολόγησηςΜολονότι η παρακολούθηση και η αξιολόγηση αποτελούν διακριτές λειτουργίες, η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από ένα σύνολο κοινών προϋποθέσεων. Οι προϋποθέσεις αυτές διασφαλίζουν ότι η παρακολούθηση και η αξιολόγηση δεν αποτελούν αυτόνομη ή αναδρομική διεργασία, αλλά αναπόσπαστο μέρος του κύκλου στρατηγικής. Επιπλέον, αμφότερες οι λειτουργίες βασίζονται σε κοινές αρχές που σχετίζονται με χρήση δεδομένων, επιλογή και σχεδιασμό δεικτών, καθώς και αναγνώριση περιορισμών μέτρησης και ανάλυσης, οι οποίες περιγράφονται σε αυτή την επιμέρους ενότητα.
1.2.1. Ενσωμάτωση της παρακολούθησης και αξιολόγησης στον κύκλο στρατηγικής: στόχοι, σχεδιασμός υλοποίησης και λογική παρέμβασης
Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση είναι πιο αποτελεσματικές όταν ενσωματώνονται στη φάση σχεδιασμού μιας στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης, αντί να εισάγονται σε στάδια υλοποίησης ή ολοκλήρωσης. Η έγκαιρη ενσωμάτωση επιτρέπει τον καθορισμό προϋποθέσεων βάσης αναφοράς έναντι των οποίων μπορεί να αξιολογηθεί αργότερα η πρόοδος και τα αποτελέσματα (Johnsøn and Søreide, 2013[13]). Διασφαλίζει επίσης ότι οι ανάγκες δεδομένων, οι δείκτες και οι μηχανισμοί αναφοράς δεδομένων σχεδιάζονται παράλληλα με τις στρατηγικές παρεμβάσεις. Συνεπώς, απαιτείται μια σαφής λογική παρέμβασης, η οποία θα παραθέτει τον τρόπο με τον οποίο η στρατηγική αναμένεται να επιφέρει αλλαγές. Αυτό αρχίζει με σαφώς καθορισμένους στρατηγικούς στόχους, οι οποίοι χρησιμεύουν ως βάση για τον προγραμματισμό της εφαρμογής, την ανάπτυξη δεικτών και την επακόλουθη αξιολόγηση (OECD, 2017[1]; OECD, 2020[9]).
Οι στρατηγικοί στόχοι θα πρέπει να βασίζονται άμεσα στα αποτελέσματα των αξιολογήσεων κινδύνου απάτης και σε μια ενδελεχή ανάλυση προβλημάτων, διασφαλίζοντας ότι η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης ανταποκρίνεται στα πιο σημαντικά τρωτά σημεία. Οι στόχοι μπορούν να αναλυθούν περαιτέρω σε επιμέρους στόχους, μέτρα, δραστηριότητες, δείκτες, ορόσημα, και γενικότερους στόχους. Οι Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις Εθνικές Στρατηγικές Καταπολέμησης της Απάτης τονίζουν ότι οι στόχοι πρέπει να καλύπτουν όλα τα στάδια του κύκλου καταπολέμησης της απάτης και να αναφέρονται, κατά περίπτωση, τόσο στους κινδύνους που συνδέονται με τις δαπάνες όσο και με τα έσοδα. Θα πρέπει επίσης να συντονίζονται, κατά περίπτωση, με ευρύτερες εθνικές στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης και καταπολέμησης της διαφθοράς. Είναι σημαντικό ότι οι στόχοι θα πρέπει να παραμείνουν περιορισμένοι σε αριθμό για να εξασφαλιστεί η ιεράρχηση προτεραιοτήτων, η εφικτότητα και η αποτελεσματική παρακολούθηση και θα πρέπει να διατυπώνονται σύμφωνα με τα κριτήρια SMART (συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι, εφικτοί, συναφείς και χρονικά περιορισμένοι), λαμβάνοντας υπόψη τους διαθέσιμους πόρους (European Commission, 2016[10]).
Σχήμα 1.2. Ενδεικτικοί πρωτογενείς (στρατηγικοί) στόχοι σύμφωνα με τον κύκλο καταπολέμησης της απάτης
Copy link to Σχήμα 1.2. Ενδεικτικοί πρωτογενείς (στρατηγικοί) στόχοι σύμφωνα με τον κύκλο καταπολέμησης της απάτης
Πηγή: Γραμματεία ΟΟΣΑ
Μόλις καθοριστούν οι στρατηγικοί στόχοι, ο σχεδιασμός υλοποίησης θα πρέπει να τους μεταφράσει σε συγκεκριμένες και επιχειρησιακές δραστηριότητες. Τα σχέδια δράσης θα πρέπει να καθορίζουν σαφώς τις ευθύνες, τα χρονοδιαγράμματα και τα αναμενόμενα αποτελέσματα, επιτρέποντας τόσο στους αρμόδιους υλοποίησης όσο και στους εξωτερικούς ενδιαφερόμενους να κατανοήσουν τι θα γίνει, από ποιον θα γίνει και πότε θα γίνει (Hoppe, 2013[14]). Θα πρέπει επίσης να προσδιορίσουν τον τρόπο μέτρησης της προόδου και των αποτελεσμάτων, συνδέοντας έτσι την επιχειρησιακή παράδοση με το πλαίσιο παρακολούθησης και αξιολόγησης. Η εν λόγω λογική παρέμβασης θα πρέπει να αποτυπώνεται σε μια αλυσίδα αποτελεσμάτων, η οποία θα διατυπώνει τη αιτιώδη διαδρομή από τις εισροές και τις δραστηριότητες έως τις εκροές, τα αποτελέσματα και τον επιδιωκόμενο αντίκτυπο. Οι αλυσίδες αποτελεσμάτων μπορούν να διαμορφώσουν τη σχέση μεταξύ των διαφόρων στόχων της στρατηγικής και να αποσαφηνίσουν ποιες δραστηριότητες θα πραγματοποιηθούν, μαζί με τις προβλεπόμενες εισροές, εκροές και αποτελέσματα για κάθε μία από αυτές. Αυτές ακριβώς οι διαδικασίες θα παρακολουθούνται και θα αξιολογούνται για να καθοριστεί η επιτυχία μιας στρατηγικής.
Εναλλακτικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια προσέγγιση Θεωρίας Αλλαγής (ToC) για να παρέχει μια πιο ευέλικτη εννοιολογική αποτύπωση του πώς και γιατί αναμένεται να συμβεί η αλλαγή, συμπεριλαμβανομένων παραδοχών και συναφών παραγόντων που επηρεάζουν την υλοποίηση. Ως εκ τούτου, μια Θεωρία Αλλαγής (TOC) περιλαμβάνει περιγραφή των δραστηριοτήτων και των εισροών, εκροών και αποτελεσμάτων καθώς και τις υποκείμενες παραδοχές σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο κάθε δραστηριότητα θα επιφέρει αλλαγές προς επίτευξη των στρατηγικών στόχων μιας στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης. Αυτό είναι απαραίτητο για να μειωθεί ο κίνδυνος αναποτελεσματικών, μη συναφών δραστηριοτήτων ή δραστηριοτήτων που επιφέρουν ανεπιθύμητες παρενέργειες (Pyman and Heywood, 2024[15]). Παρά το ότι η Θεωρία Αλλαγής βασίζεται σε αιτιώδη λογική, απαιτεί επίσης μια εξήγηση για την αιτιώδη διαδρομή (αν συμβεί X, τότε το Y θα ακολουθήσει, επειδή έχουν εκπληρωθεί προκαθορισμένοι όροι (Johnsøn, 2012[16]).
Συνολικά, η αποτελεσματική παρακολούθηση και αξιολόγηση βασίζονται σε ένα σύνολο διασυνδεδεμένων βασικών δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της έγκαιρης ενσωμάτωσης στον σχεδιασμό στρατηγικής, συνεκτικής παρεμβατικής λογικής και ξεκάθαρων συνδέσμων μεταξύ στόχων, δραστηριοτήτων και αποτελεσμάτων. Τα στοιχεία αυτά διασφαλίζουν ότι τα συστήματα παρακολούθησης και αξιολόγησης βασίζονται σε ένα δομημένο και μετρήσιμο πλαίσιο, επιτρέποντας τόσο την αξιολόγηση της απόδοσης όσο και την εκμάθηση. Οι ακόλουθες ενότητες βασίζονται σε αυτά τα θεμέλια εξετάζοντας λεπτομερέστερα την ανάπτυξη δεικτών, τη χρήση δεδομένων και τις βασικές εκτιμήσεις μέτρησης και ανάλυσης.
1.2.2. Ανάπτυξη και επιλογή δεικτών με βάσεις αναφοράς, ορόσημα και στόχους
Μόλις οι υπεύθυνοι διαμόρφωσης πολιτικής διαθέτουν σαφή εικόνα των συγκεκριμένων ζητημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν και των αποτελεσμάτων που αναμένουν από τη στρατηγική, πρέπει να προσδιοριστούν κατάλληλοι δείκτες εκπροσώπησης για κάθε στόχο. Οι δείκτες παρέχουν μετρήσεις που καθιστούν τους στόχους επιχειρησιακούς, προκειμένου να αξιολογείται κατά πόσο ένας στόχος έχει επιτευχθεί. Μπορούν να βασίζονται σε ποσοτικά ή ποιοτικά δεδομένα και πρέπει να εκφράζουν τις αλλαγές που συνδέονται με τη στρατηγική καταπολέμησης της απάτης (Georgieva-Andonovska, 2016[17]). Η παρακολούθηση υλοποίησης με χρήση δεικτών επιτρέπει επίσης τον εντοπισμό των κινδύνων, καθώς και των επικείμενων προκλήσεων και ευκαιριών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υλοποίησης και μπορεί, ως εκ τούτου, να χρησιμεύσει ως πολύτιμο εργαλείο διαχείρισης για την επικαιροποίηση της διαδικασίας λήψης επιχειρησιακών αποφάσεων. Αυτό επιτρέπει συγκριτική αξιολόγηση που μπορεί να εκτιμήσει την αποτελεσματικότητα των διαφόρων παρεμβάσεων στη στρατηγική και σε άλλα σημεία του συστήματος δημόσιας ακεραιότητας. Υπάρχουν τέσσερις τύποι δεικτών που είναι σχετικοί με τους στόχους της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης και του αντίστοιχου σχεδίου δράσης της:
Οι δείκτες εισροών είναι οι πόροι που δαπανώνται ή οι δραστηριότητες που πραγματοποιούνται για εκπλήρωση συγκεκριμένου σκοπού (π.χ. προσωπικό, πόροι, χρόνος, εξοπλισμός).
Οι δείκτες εκροών αναφέρονται σε ενέργειες που έχουν ολοκληρωθεί, όπως η καθιέρωση νέων πρακτικών ή διαδικασιών, η κατάρτιση του προσωπικού ή η υιοθέτηση πολιτικής σύγκρουσης συμφερόντων. Οι δείκτες παραδοτέων καταδεικνύουν ότι οι προτεινόμενες δράσεις λαμβάνουν χώρα σύμφωνα με το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα και επιτρέπουν προσαρμογές στο χρονοδιάγραμμα σε περίπτωση απρόβλεπτων υλικοτεχνικών προκλήσεων.
Οι δείκτες αποτελεσμάτων μετρούν τον βαθμό κατά τον οποίο οι δράσεις στο πλαίσιο μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης έχουν τα επιθυμητά βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα αποτελέσματα, όπως η βελτίωση της διαθεσμικής συνεργασίας ή η αυξημένη χρήση των διαύλων καταγγελίας μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Οι δείκτες αποτελεσμάτων δεν θα πρέπει να καθορίζονται για κάθε δράση (ή μέτρο), αλλά για επιχειρησιακούς στόχους (δεύτερου επιπέδου).
Οι δείκτες αντικτύπου αποτυπώνουν τις ευρύτερες, μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης, όπως η επίτευξη ισχυρής νοοτροπίας καταπολέμησης της απάτης, η αύξηση της εμπιστοσύνης στους φορείς καταπολέμησης της απάτης ή η ενίσχυση των ικανοτήτων πρόληψης και εντοπισμού της απάτης. Οι δείκτες αυτοί ορίζονται συνήθως σε επίπεδο των στρατηγικών στόχων (πρώτο επίπεδο) ή σε επίπεδο συνολικής στρατηγικής. Συνεπώς, οι δείκτες αποτελεσμάτων και αντικτύπου είναι παραδοσιακά πιο συναφείς για την ίδια τη στρατηγική καταπολέμησης της απάτης, ενώ το σχέδιο δράσης επικεντρώνεται συνήθως σε δραστηριότητες, παραδοτέα και δείκτες εκροών (OECD, 2025[18]).
Είναι σημαντικό ότι οι δείκτες θα πρέπει να συνδέονται με τις διάφορες παραμέτρους της Θεωρίας Αλλαγής (TOC) ή της αλυσίδας αποτελεσμάτων για να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με κατά πόσο η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης επιτυγχάνει τους επιδιωκόμενους στόχους της σε επίπεδο εκροών, αποτελέσματος ή αντίκτυπου (Johnsøn, 2011[19]). Για παράδειγμα, ένας πρωταρχικός στόχος μιας στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης μπορεί να είναι η βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων φορέων καταπολέμησης της απάτης. Για να επιτευχθεί αυτό, ένας δευτερεύων στρατηγικός (ή επιχειρησιακός) στόχος θα μπορούσε να είναι η ενίσχυση της αρμοδιότητας και των δυνατοτήτων συντονισμού του φορέα που ηγείται της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης (π.χ. AFCOS ή άλλος). Οι δείκτες του επιπέδου εκροών στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαν να είναι ο αριθμός των συνεδριάσεων συντονισμού των στρατηγικών με διατομεακή συμμετοχή και το ποσοστό των διαχειριστικών αρχών που αξιολογούν τον συντονισμό ως επωφελή για την υποστήριξη των αντίστοιχων δραστηριοτήτων καταπολέμησης της απάτης. Η προσδοκία είναι τότε σαφής ότι μόλις εκπληρωθούν αυτοί (και ενδεχομένως άλλοι) δείκτες, ο στόχος θα επιτευχθεί, κάτι το οποίο με τη σειρά του θα συμβάλει στην καταπολέμηση της απάτης. Ένα παράδειγμα σύνδεσης δεικτών με τις διάφορες παραμέτρους μιας αλυσίδας αποτελεσμάτων παρέχεται Σχήμα 1.3παρακάτω.
Σχήμα 1.3. Παράδειγμα Θεωρίας Αλλαγής (TOC) με δείκτες: Εφαρμογή σειράς μέτρων στο πλαίσιο της φάσης πρόληψης του κύκλου καταπολέμησης της απάτης
Copy link to Σχήμα 1.3. Παράδειγμα Θεωρίας Αλλαγής (TOC) με δείκτες: Εφαρμογή σειράς μέτρων στο πλαίσιο της φάσης πρόληψης του κύκλου καταπολέμησης της απάτηςΟι δείκτες και οι μηχανισμοί παρακολούθησης θα πρέπει να συμφωνηθούν κατά τη φάση σχεδιασμού της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης, ώστε να σκιαγραφηθεί ο τρόπος με τον οποίο η ηγεσία της στρατηγικής μπορεί να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα ορισμένων δράσεων, στόχων και της συνολικής στρατηγικής. Κατόπιν αυτού, η παρακολούθηση αποτελεί συνεχή και εξελικτική προσπάθεια· καθώς οι κίνδυνοι απάτης και οι οργανωτικές ανάγκες εξελίσσονται, οι δείκτες θα πρέπει να επανεξετάζονται και να προσαρμόζονται διαχρονικά, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι προσπάθειες καταπολέμησης της απάτης είναι αποτελεσματικές. Συνεπώς, οι επικεφαλής στρατηγικής θα πρέπει να επανεξετάσουν τους δείκτες μόλις η υλοποίηση και η παρακολούθηση αρχίσουν να αξιολογούν κατά πόσον οι επιλεγμένοι δείκτες εξακολουθούν να είναι συναφείς και κατά πόσον η συλλογή δεδομένων είναι δυνατή στα καθορισμένα χρονικά διαστήματα για να τροφοδοτούν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την επικαιροποίηση και την αναθεώρηση του σχεδίου δράσης. Στο πλαίσιο αυτό, οι επικεφαλής των στρατηγικών μπορούν να εξετάσουν τη θέσπιση επίσημων μηχανισμών για την αναθεώρηση και την προσαρμογή των δεικτών, των τιμών βάσης (baselines) και των στόχων, όταν σημειώνονται σημαντικές μεταβολές στους κινδύνους απάτης, στο θεσμικό πλαίσιο ή στις συνθήκες εφαρμογής της στρατηγικής. Η προσέγγιση αυτή θα συνέβαλλε στη διατήρηση της συνάφειας των συστημάτων παρακολούθησης και αξιολόγησης και θα διασφάλιζε ότι αυτά εξακολουθούν να παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες για τη λήψη αποφάσεων.
Σε αντίθεση με τις ασκήσεις παρακολούθησης που συνήθως εξετάζουν τους δείκτες εκροών, οι αξιολογήσεις θα πρέπει να αποδίδουν μεγαλύτερη έμφαση στους δείκτες αποτελεσμάτων και αντικτύπου. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ οι δείκτες αποτελεσμάτων και αντικτύπου αποτελούν πολύτιμα εργαλεία αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας και του αντικτύπου μιας στρατηγικής, δεν χρησιμεύουν ως οριστικά αποδεικτικά στοιχεία ως προς το κατά πόσον μια στρατηγική είναι αποτελεσματική· όλοι οι δείκτες αποτελεσμάτων επηρεάζονται από εξωτερικούς παράγοντες που συνδέονται έμμεσα με μια στρατηγική, και για το λόγο αυτό πρέπει να χρησιμοποιούνται πολλαπλοί δείκτες μέτρησης της αποτελεσματικότητας ενός στόχου. Για παράδειγμα, η χρήση δεικτών βασισμένων σε αντιλήψεις ως αποκλειστικών δεικτών επιπέδου αποτελέσματος για μια στρατηγική καταπολέμησης της απάτης δεν συνιστάται, καθώς οι διακυμάνσεις τους δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στη στρατηγική και δεν αντανακλούν πάντοτε μεταβολές στα πραγματικά επίπεδα απάτης ή διαφθοράς. Πράγματι, μια σειρά από σκάνδαλα απάτης υψηλού προφίλ θα μπορούσαν να επιδεινώσουν τις αντιλήψεις για την απάτη σε μια κοινωνία, ακόμα και αν αυτές οι αποκαλύψεις μπορεί να οφείλονται σε ενισχυμένες έρευνες, αυξημένη διαφάνεια ή μειωμένη ατιμωρησία, ενώ μια χαμηλή αντίληψη απάτης θα μπορούσε να υποδεικνύει ότι μεγάλο μέρος της απάτης δεν ανιχνεύεται ή δεν αναφέρεται επαρκώς (Pyman, 2017[20]). Συνεπώς, συνιστάται να χρησιμοποιούνται δείκτες τριγωνικού μακροεπιπέδου, όπως δείκτες βάσει αντίληψης με «αντικειμενικά» αποτελέσματα ή δείκτες επιπέδου αντικτύπου που βασίζονται σε αδιαμφισβήτητα γεγονότα (π.χ. απώλειες απάτης που μετρώνται σε νομισματικούς όρους ή σε όγκο αναφορών απάτης) όταν το επιτρέπουν οι πόροι (Johnsøn, 2011[19]).
Ο προσδιορισμός των σχετικών δεικτών για μια εθνική στρατηγική καταπολέμησης της απάτης εξαρτάται από τους στρατηγικούς στόχους και τους στόχους κάθε οργανισμού, λαμβάνοντας υπόψη τη διαθεσιμότητα, τη συχνότητα και την ευκολία συλλογής δεδομένων, τους πόρους, τις υφιστάμενες ροές πληροφοριών και την κυριότητα των δεδομένων. Τούτου λεχθέντος, το Πλαίσιο 1.3 περιλαμβάνει ορισμένες βασικές εκτιμήσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη διατύπωση των δεικτών.
Πλαίσιο 1.3. Βασικά ζητήματα κατά την ανάπτυξη δεικτών
Copy link to Πλαίσιο 1.3. Βασικά ζητήματα κατά την ανάπτυξη δεικτώνΧρησιμοποιήστε σαφείς και πρακτικούς δείκτες: Εστίαση σε εφικτούς δείκτες για την παρακολούθηση της υλοποίησης και του αντικτύπου της πολιτικής, αποφεύγοντας υπερβολικά φιλόδοξες προσπάθειες μέτρησης μη υπολογίσιμων σχεδόν εννοιών χωρίς επαρκείς πόρους. Δώστε έμφαση σε συγκεκριμένα αποτελέσματα παρά σε αφηρημένες έννοιες, όπως "μείωση της απάτης". Οι δείκτες δεν θα πρέπει να προσπαθούν να μετρούν ταυτόχρονα διάφορες πτυχές, αλλά να επικεντρώνονται σε ένα στοιχείο του στόχου. Οι δείκτες θα πρέπει να αναπτυχθούν σύμφωνα με τα κριτήρια SMART, που σημαίνει ότι πρέπει να είναι συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι, εφικτοί, ρεαλιστικοί και χρονικά δεσμευμένοι.
Να ορίσετε πού παράγονται τα δεδομένα και ποιος είναι υπεύθυνος για την παροχή τους: Για κάθε δείκτη, διευκρινίστε ποιος τομέας, μονάδα ή λειτουργία είναι υπεύθυνη για τη συλλογή των απαραίτητων πληροφοριών για τεκμηρίωση του δείκτη, πώς συλλέγονται τα δεδομένα και με ποια συχνότητα συλλέγονται. Ο καθορισμός ενός λεπτομερούς δείκτη που βασίζεται σε ευρεία δημοσκόπηση του κοινού θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ενδιαφέροντα δείκτη αντίληψης· ωστόσο, χωρίς επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους, η υλοποίησή του σε ώριμο επίπεδο θα μπορούσε να αποδειχθεί δύσκολη.
Λάβετε υπόψη σας τους πόρους: Αναγνωρίστε ότι η μέτρηση της επιτυχίας απαιτεί πόρους. Ενώ οι στρατηγικές μπορούν να προτείνουν φιλόδοξες μεθόδους για τη μέτρηση της προόδου, η υλοποίηση μπορεί να παραπαίει χωρίς επαρκείς πόρους. Όπου είναι δυνατόν, χρησιμοποιήστε πληροφορίες που έχουν ήδη συλλεχθεί ή είναι εύκολα προσβάσιμες, για παράδειγμα, τον αριθμό των πειθαρχικών διερευνήσεων. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατό, προβλέψετε πρόσθετο κόστος (οικονομικό και προσωπικού) για τη συλλογή δεδομένων.
Προβλέψτε τις δυσκολίες και τους κινδύνους: Σκεφθείτε σχετικά με πιθανές δυσκολίες και κινδύνους συλλογής και ανάλυσης δεδομένων και οργανώστε πιθανές λύσεις για την αποφυγή των προβλημάτων αυτών.
Καθορισμός βάσης αναφοράς: Φροντίστε για ένα σημείο εκκίνησης της μέτρησης καθορίζοντας τα δεδομένα βάσης αναφοράς για κάθε δείκτη. Τα ιστορικά δεδομένα ή οι αρχικές αξιολογήσεις μπορούν να συμβάλουν στον καθορισμό αυτών των βάσεων αναφοράς.
Καθορισμός στόχων, συμπεριλαμβανομένων των ημερομηνιών στόχων: Καθορίστε στόχους για κάθε δείκτη, ορίζοντας την αναμενόμενη απόδοση για μια καθορισμένη ημερομηνία.
Εξετάστε τους περιορισμούς ποσοτικών δεικτών: Αναγνωρίστε ότι ο αντίκτυπος μπορεί να μην καταγράφεται πάντα πλήρως μόνο μέσω αριθμών. Προσδιορίστε τι μπορεί και τι δεν μπορεί να δείξει κάθε δείκτης και αποφύγετε την εξαγωγή συμπερασμάτων πέρα από την εμβέλειά του. Συμπληρώστε τα ποσοτικά δεδομένα με ποιοτικά στοιχεία (όπως ανασκοπήσεις περιπτώσεων, ανατροφοδότηση ενδιαφερομένων ή αξιολογήσεις διεργασιών) για να κατανοήσετε τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνονται τα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, ο αριθμός των περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων που ανιχνεύονται δεν αποκαλύπτει τον τρόπο χειρισμού αυτών των περιπτώσεων, οπότε θα πρέπει να συνδυαστεί με ποιοτικές γνώσεις σχετικά με την λήψη αποφάσεων και την παρακολούθηση.
Ελέγξτε την εγκυρότητα της καθορισμένης μέτρησης: Οι καθορισμένοι δείκτες πρέπει να μετρούν αυτό για το οποίο έχουν οριστεί ή, με άλλα λόγια, αν πληρούνται όλοι οι δείκτες που έχουν τεθεί για έναν στόχο, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο στόχος έχει επιτευχθεί; Για να το πετύχετε αυτό, η αντίστροφη αντιστοίχιση μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη. Αυτό σημαίνει ότι, αν υποτεθεί ότι πληρούνται όλοι οι δείκτες, εξακολουθεί να υπάρχει η πιθανότητα να μην επιτευχθεί ο στόχος; Αν όχι, πώς μπορεί να καλυφθεί αυτό το κενό; Σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να μην υπάρχουν επαρκείς άμεσοι δείκτες και να απαιτείται η χρήση έμμεσων δεικτών
Αποφύγετε τα αρνητικά κίνητρα: Ορισμένοι δείκτες μπορεί να ενθαρρύνουν ακούσια ανεπιθύμητη συμπεριφορά. Για παράδειγμα, ένας δείκτης όπως «μείωση αριθμού αναφερόμενων περιπτώσεων απάτης» μπορεί να παρέχει κίνητρα ελλιπούς αναφοράς ή να αποθαρρύνει καταγγελίες, προκειμένου να αποδειχθεί πρόοδος, η οποία μπορεί να αποκρύπτει την πραγματική κλίμακα της απάτης και όχι να τη μειώσει. Μετριάστε αυτόν τον κίνδυνο:
Επικοινωνώντας το μήνυμα ότι η αύξηση των εντοπισμένων ή καταγγελλόμενων περιστατικών απάτης μπορεί να αντανακλά την ενίσχυση των συστημάτων ανίχνευσης και τη βελτίωση της εμπιστοσύνης στους μηχανισμούς αναφοράς.
Παραβάλλοντας τον συγκεκριμένο δείκτη με άλλους (π.χ. ποσοστά ανίχνευσης, αποτελέσματα έρευνας, ανάκτηση κεφαλαίων) για να διασφαλιστεί μια ισορροπημένη ερμηνεία απόδοσης.
Θέτοντας ρεαλιστικές προσδοκίες ότι τα βελτιωμένα συστήματα μπορεί αρχικά να οδηγήσουν σε αναφορές περισσότερων απατών, αντανακλώντας καλύτερη εποπτεία και όχι επιδείνωση απόδοσης.
Αποφύγετε τη χρήση μέτρων εκροών για δείκτες αποτελεσμάτων: Ένα κοινό λάθος στον σχεδιασμό των δεικτών είναι η χρήση μέτρων εκροών ως δεικτών αποτελεσμάτων. Κατά την επιλογή κατάλληλων δεικτών για μια στρατηγική καταπολέμησης της απάτης και ένα σχέδιο δράσης, είναι σημαντικό να θυμόμαστε τι σκοπεύει να μετρήσει κάθε δείκτης: οι δείκτες αποτελεσμάτων πρέπει να μετρούν τα αποτελέσματα (οι δράσεις στο πλαίσιο της στρατηγικής έχουν τις επιθυμητές βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις;), ενώ οι δείκτες εκροών μετρούν κατά πόσον οι δράσεις λαμβάνουν χώρα μέσα στο προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα.
Αποφύγετε την παρουσίαση μέτρων ως στόχων ή αποτελεσμάτων: Όταν τα μέτρα παρουσιάζονται ως στόχοι (π.χ. «κατάρτιση 100 δημοσίων υπαλλήλων σχετικά με νέους κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις») ή αποτελέσματα (π.χ. «βελτίωση της ανίχνευσης σύγκρουσης συμφερόντων μέσω κατάρτισης δημοσίων υπαλλήλων σχετικά με νέους κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις»), καθίσταται δύσκολο να καθοριστούν ουσιαστικοί δείκτες με σαφείς βάσεις αναφοράς και στόχους και να παρακολουθείται ή να προσαρμόζεται αναλόγως η διαχρονική πρόοδος.
Πηγή: Προσαρμογή από (Council of Europe, 2013[21]; Schumann, 2016[22]).
Παραδείγματα πηγών δεδομένων μπορούν να περιλαμβάνουν έρευνες κοινής γνώμης, διαγνωστικά στοιχεία δημόσιου τομέα, έρευνες μεταξύ χωρών ή συνδυασμένες έρευνες. Ο Πίνακας 1.1 παρουσιάζει παραδείγματα πιθανών πηγών δεδομένων για δείκτες μέτρησης στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης.
Πίνακας 1.1. Πιθανές πηγές δεδομένων για δείκτες μέτρησης στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης
Copy link to Πίνακας 1.1. Πιθανές πηγές δεδομένων για δείκτες μέτρησης στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης|
Πηγές δεδομένων |
Περιγραφή |
Παραδείγματα |
|---|---|---|
|
Διοικητικά Δεδομένα |
Ποσοτικές πληροφορίες που συλλέγονται συνήθως από κυβερνητικούς οργανισμούς, φορείς εποπτείας, διεθνείς οργανισμούς ή ομάδες της κοινωνίας των πολιτών. |
|
|
Δημόσιες Έρευνες |
Πληροφορίες που συλλέγονται μέσω ερευνών για τις εμπειρίες ή τις αντιλήψεις του κοινού. |
|
|
Επιχειρησιακές Έρευνες |
Πληροφορίες που συλλέγονται μέσω ερευνών ιδιωτικών εταιρειών. Οι εταιρικές έρευνες μπορούν να αναλυθούν ανά τομέα ή μέγεθος, για παράδειγμα. |
|
|
Έρευνες Προσωπικού |
Πληροφορίες που συλλέγονται μέσω ερευνών εργαζομένων/δημοσίων υπαλλήλων. |
|
|
Έρευνες εμπειρογνωμόνων |
Πληροφορίες που συλλέγονται εμπιστευτικά από άτομα με εξειδικευμένες γνώσεις με βάση την εμπειρία ή την επαγγελματική τους θέση. Η επιλογή των εμπειρογνωμόνων είναι ζωτικής σημασίας και πρέπει να αφορά ειδικά τις ερωτήσεις που τίθενται. |
|
|
Ομάδες Εστίασης |
Οι ομάδες εστίασης συγκεντρώνουν δομημένα δείγματα μιας σειράς κοινωνικών ομάδων για να συλλέξουν αντιλήψεις σε ένα διαδραστικό περιβάλλον ομάδας όπου οι συμμετέχοντες μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους. Οι ομάδες εστίασης μπορεί να είναι ταχύτερες και λιγότερο δαπανηρές από τις μεγάλες αντιπροσωπευτικές έρευνες. |
|
|
Παρατηρήσεις |
Δεδομένα που συλλέγονται από ερευνητές ή προσωπικό πεδίου. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να συλλεχθούν μέσω ενδελεχών μελετών περιπτώσεων ή συστηματικών παρατηρήσεων ενός συγκεκριμένου φορέα ή οργανισμού. |
|
|
Έγγραφα & Νομοθεσία |
Πληροφορίες που συλλέγονται από έντυπα έγγραφα. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την επαλήθευση της ύπαρξης ορισμένων κανονισμών, προϊόντων και διαδικασιών. |
|
Πηγή: Προσαρμογή από (OECD, 2023[23]) βάσει πληροφοριών προσαρμοσμένων από (United Nations, 2011[24]) (Parsons, 2013[25]) (Kaptein, 2007[26])
Στο παράρτημα Β «Κατάλογος δεικτών αποτελεσμάτων και αντικτύπου» περιλαμβάνεται κατάλογος δειγμάτων δεικτών αποτελεσμάτων και αντικτύπου που βασίζονται σε κοινούς στρατηγικούς και επιχειρησιακούς στόχους καταπολέμησης της απάτης, συμπεριλαμβανομένων πιθανών πηγών δεδομένων.
1.2.3. Αναγνώριση και μετριασμός των περιορισμών μέτρησης και ανάλυσης στην παρακολούθηση και αξιολόγηση
Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης βασίζονται σε δεδομένα που συχνά δεν είναι ολοκληρωμένα, ελλιπή, εξαρτώμενα από το εκάστοτε πλαίσιο και υποκείμενα σε ερμηνείες. Ως εκ τούτου, οι προσπάθειες παρακολούθησης και αξιολόγησης είναι ευάλωτες σε μεθοδολογικές και γνωστικές μεροληψίες, καθώς και σε περιορισμούς στην ποιότητα των δεδομένων, τη διαθεσιμότητα και τη συγκρισιμότητα. Εάν αυτοί οι περιορισμοί δεν αναγνωρίζονται και δεν αντιμετωπίζονται άμεσα, μπορούν να οδηγήσουν σε παραπλανητικά συμπεράσματα σχετικά με την απόδοση, την αποτελεσματικότητα ή τον αντίκτυπο. Ως εκ τούτου, η ενότητα αυτή περιγράφει βασικές προσεγγίσεις εντοπισμού, αναγνώρισης και μετριασμού των περιορισμών μέτρησης και ανάλυσης, προκειμένου να ενισχυθεί η ευρωστία, η αξιοπιστία και η χρηστικότητα των ευρημάτων της παρακολούθησης και αξιολόγησης των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης:
Αύξηση της ευαισθητοποίησης για πιθανές μεροληψίες. Η ανοιχτή αναγνώριση των μεροληψιών βοηθά στην ευαισθητοποίηση, προωθεί την κριτική συζήτηση των πιθανών επιπτώσεών τους και υποστηρίζει την υιοθέτηση πρόσθετων μέτρων ή διαδικασιών για την αντιμετώπισή τους.
Προδραστικός εντοπισμός των ανεπιθύμητων συνεπειών Οι ανεπιθύμητες συνέπειες ίσως είναι δύσκολο να προβλεφθούν. Η σκέψη των συνεπειών εκείνων που έχουν ήδη συμβεί σε παρόμοια πλαίσια μπορεί να δώσει μια εικόνα για τα αποτελέσματα που είναι πιθανό να προκύψουν στο μέλλον.
Τριγωνισμός δεδομένων. Χρησιμοποιήστε πολλαπλές πηγές πληροφοριών για να επικυρώσετε και να διασταυρώσετε τα ευρήματα κατά την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων ή του αντικτύπου. Για παράδειγμα, ο Δείκτης Δημόσιας Ακεραιότητας (PII) 3.2 του ΟΟΣΑ, που αφορά τη θεμελίωση των στρατηγικών κατά της διαφθοράς σε τεκμηριωμένα στοιχεία, εξετάζει κατά πόσο η ανάλυση του προβλήματος βασίζεται σε τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές πηγές από έναν κατάλογο οκτώ πηγών. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει δείκτες από διεθνείς οργανισμούς ή ερευνητικά ιδρύματα, από υπαλλήλους, νοικοκυριά, επιχειρήσεις ή άλλες έρευνες, δεδομένα από δημόσια μητρώα (π.χ. επιβολή του νόμου, ελεγκτικά ιδρύματα, εθνικές στατιστικές υπηρεσίες), δημοσιευμένες έρευνες από εθνικούς ή διεθνείς οργανισμούς ή ακαδημαϊκά ιδρύματα και μελέτες που έχουν παραγγελθεί. (OECD, 2025[27])
Χρησιμοποιήστε τους «κρίσιμους φίλους» Η συμμετοχή ατόμων εκτός της διαδικασίας αξιολόγησης μπορεί να βοηθήσει στην ανάγκη ομαδικής σκέψης, να εγείρει αντεπιχειρήματα και να προσφέρει εναλλακτικές ερμηνείες. Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται εν μέρει στον Δείκτη Δημόσιας Ακεραιότητας (PII) 3.4 του ΟΟΣΑ, ο οποίος αφορά τη συμμετοχικότητα και τη διαφάνεια των διακυβερνητικών και δημόσιων διαβουλεύσεων. (OECD, 2025[28])
Εξασφάλιση ότι υπάρχει ένα σχέδιο μεθοδολογίας. Η θέσπιση σαφών πρωτοκόλλων δεδομένων και ανάλυσης πριν από τη συλλογή δεδομένων μπορεί να συμβάλει στη μείωση της πιθανότητας οι φορείς παρακολούθησης να αναζητούν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις ίδιες τους τις πεποιθήσεις.
Προτεραιότητα στην ασφάλεια και την άνεση των συμμετεχόντων. Αυτό γίνεται για να ενθαρρύνει τη συμμετοχή και να βοηθήσει στην απόσπαση ειλικρινών απαντήσεων. Για τα ενδιαφερόμενα μέρη, για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την προσαρμογή των ερευνών με κατάλληλους τρόπους διατύπωσης.
Μεθοδολογική διαφάνεια. Η παροχή πλήρους μεθοδολογικής περιγραφής όσον αφορά τη μέτρηση και την ανάλυση καθιστά δυνατή την αναπαραγωγή της. Για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί απαιτώντας τη δημοσίευση εκθέσεων παρακολούθησης για όλα τα σχέδια δράσης, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, και να είναι διαθέσιμες (δημόσια ή σε συναφείς ενδιαφερόμενους φορείς) το αργότερο 4 μήνες μετά το καθορισμένο χρονοδιάγραμμα υποβολής των εκθέσεων. (Pasanen, 2025[29]; Schütte, 2017[30]; OECD, 2024[8])
Συνολικά, οι προσεγγίσεις αυτές υπογραμμίζουν ότι η αξιόπιστη παρακολούθηση και αξιολόγηση εξαρτώνται όχι μόνο από τη διαθεσιμότητα των δεδομένων και των δεικτών, αλλά και από μια συνειδητή και δομημένη προσπάθεια αναγνώρισης και διαχείρισης των εγγενών περιορισμών τους. Η ενσωμάτωση των διασφαλίσεων κατά της μεροληψίας, η ενίσχυση της διαφάνειας και η διαφοροποίηση των πηγών αποδεικτικών στοιχείων αποτελούν επομένως βασικά στοιχεία των ισχυρών συστημάτων παρακολούθησης και αξιολόγησης. Στο πλαίσιο της ευρύτερης δέσμης διατομεακών αρχών που παρουσιάζεται σε αυτό το κεφάλαιο, οι εκτιμήσεις αυτές ενισχύουν την ανάγκη μεθοδολογικής αυστηρότητας και κρίσιμου προβληματισμού καθ’ όλη τη διάρκεια του σχεδιασμού, της εφαρμογής και της ερμηνείας των δραστηριοτήτων παρακολούθησης και αξιολόγησης των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
[3] ACFE (2024), Occupational Fraud 2024: A Report to the Nations, Association of Certified Fraud Examiners, https://www.acfe.com/-/media/files/acfe/pdfs/rttn/2024/2024-report-to-the-nations.pdf (accessed on 13 October 2025).
[21] Council of Europe (2013), Designing and Implementing Anti-Corruption Policies: Handbook.
[7] European Commission (2025), White Paper for the Anti-Fraud Architecture Review, European Commission, Brussels, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=CELEX:52025DC0546 (accessed on 13 December 2025).
[5] European Commission (2023), Commission Anti-Fraud Strategy Action Plan - 2023 revision, https://anti-fraud.ec.europa.eu/document/download/7cff3f2b-192a-44a0-be7d-ee58c08ba8fc_en?filename=cafs-action-plan-2023-rev_en_0.pdf (accessed on 5 November 2024).
[10] European Commission (2016), Guidelines on National Anti-Fraud Strategies, European Commission, European Anti-Fraud Office (OLAF), https://sfc.ec.europa.eu/sites/default/files/EN-ORI-General%20Guidelines%20on%20National%20Anti-Fraud%20Strategies%20ARES(2016)6943965.pdf (accessed on 15 November 2024).
[4] European Public Prosecutor’s Office (2025), EPPO Annual Report 2024, https://www.eppo.europa.eu/sites/default/files/2025-03/EPPO%20Annual%20Report%202024_2.pdf (accessed on 13 October 2025).
[17] Georgieva-Andonovska, E. (2016), Monitoring and Evaluation of Anticorruption Action Plans, World Bank, https://documents1.worldbank.org/curated/en/129401593200074880/pdf/Monitoring-and-Evaluation-M-E-of-Anti-Corruption-Action-Plans.pdf (accessed on 22 March 2026).
[14] Hoppe, T. (2013), Strengthening Anti-Corruption Policies and Practices in Turkey (TYSAP), https://rm.coe.int/16806dd1b6.
[16] Johnsøn, J. (2012), “Theories of change in anti-corruption work: A tool for programme design and evaluation”, U4 Anti-Corruption Resource Centre, Chr. Michelsen Institute.
[19] Johnsøn, J. (2011), “How to Monitor and Evaluate Anti-Corruption Agencies: Guidelines for Agencies, Donors, and Evaluators”, U4 Anti-corruption Resource Centre 8, https://www.u4.no/publications/how-to-monitor-and-evaluate-anti-corruption-agencies-guidelines-for-agencies-donors-and-evaluators-2.pdf (accessed on 22 March 2026).
[13] Johnsøn, J. and T. Søreide (2013), Methods for learning what works and why in anti-corruption: An introduction to evaluation methods for practitioners, https://www.u4.no/publications/methods-for-learning-what-works-and-why-in-anti-corruption-an-introduction-to-evaluation-methods-for-practitioners.pdf.
[26] Kaptein, M. (2007), Developing and Testing a Measure for the Ethical Culture of Organizations: The Corporate Ethical Virtues Model, ERIM Report series Research in Management, No. ERS-2007-084-ORG, Erasmus Research Institute of Management (ERIM), http://hdl.handle.net/1765/10770.
[6] OECD (2026), Anti-Corruption and Integrity Outlook 2026: Harnessing the Integrity Advantage, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/16708b78-en.
[27] OECD (2025), Evidence-based problem analysis and use of diagnostic tools, OECD Public Integrity Indicators, https://oecd-public-integrity-indicators.org/indicators/1000053/subindicators/1000340 (accessed on 21 April 2026).
[28] OECD (2025), Inclusiveness and transparency of inter-institutional and public consultations, OECD Public Integrity Indicators, https://oecd-public-integrity-indicators.org/indicators/1000053/subindicators/1000342 (accessed on 21 April 2026).
[18] OECD (2025), Integrity reporting template and guidelines for federal public organisations in Belgium: Strengthening the strategic approach to public integrity, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/f2363170-en.
[2] OECD (2024), Anti-Corruption and Integrity Outlook 2024, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/968587cd-en.
[8] OECD (2024), OECD Public Integrity Indicators, https://www.oecd.org/en/topics/public-integrity.html (accessed on 3 April 2025).
[23] OECD (2023), A Strategic Approach to Public Integrity in Hungary: The 2023-25 National Anti-Corruption Strategy and Action Plan, OECD Public Governance Reviews, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/a5461405-en.
[11] OECD (2020), Improving Governance with Policy Evaluation: Lessons From Country Experiences, OECD Public Governance Reviews, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/89b1577d-en.
[9] OECD (2020), OECD Public Integrity Handbook, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/ac8ed8e8-en.
[1] OECD (2017), “Recommendation of the Council on Public Integrity”, OECD Legal Instruments, OECD/LEGAL/0435, OECD, Paris, https://legalinstruments.oecd.org/en/instruments/OECD-LEGAL-0435 (accessed on 7 April 2025).
[12] Official Journal of the European Union (2017), “DIRECTIVE (EU) 2017/1371 OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL of 5 July 2017 on the fight against fraud to the Union’s financial interests by means of criminal law”, Official Journal of the European Union, Vol. L 198/29.
[25] Parsons, J. (2013), Indicators of Inputs, Activities, Outputs, Outcomes and Impacts in Security and Justice Programming, Department for International Development (DFID).
[29] Pasanen, T. (2025), How cognitive biases affect monitoring, evaluation and learning – and what can be done about it, https://odi.org/en/insights/how-cognitive-biases-affect-monitoring-evaluation-and-learning-and-what-can-be-done-about-it/.
[20] Pyman, M. (2017), Research comparing 41 national anti-corruption strategies, Insights and guidance for leaders, https://curbingcorruption.com/wp-content/uploads/2018/07/Pyman-et-al-2017-Research-comparing-41-national-anti-corruption-strategies.pdf (accessed on 12 March 2026).
[15] Pyman, M. and P. Heywood (2024), Sector-Based Action Against Corruption, Springer Nature Switzerland, Cham, https://doi.org/10.1007/978-3-031-59336-9.
[22] Schumann, A. (2016), “Using Outcome Indicators to Improve Policies: Methods, Design Strategies and Implementation”, OECD Regional Development Working Papers, No. 2016/2, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/5jm5cgr8j532-en.
[30] Schütte, S. (2017), Bespoke monitoring and evaluation of anti-corruption agencies, https://www.u4.no/publications/bespoke-monitoring-and-evaluation-of-anti-corruption-agencies.pdf.
[24] United Nations (2011), The United Nations Rule of Law Indicators - Implementation Guide and Project Tools, Department of Peacekeeping Operations and Office of the High Commissioner for Human Rights, New York.
Σημειώσει
Copy link to Σημειώσει← 1. Άρθρο 325 Παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΣΛΕΕ