Το κεφάλαιο αυτό καθορίζει επιχειρησιακές δράσεις στήριξης των χωρών στην αξιολόγηση των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης. Περιγράφει βασικά ζητήματα αξιολόγησης προσαρμόζοντας τα κριτήρια αξιολόγησης ΟΟΣΑ-ΕΑΒ (Επιτροπής Αναπτυξιακής Βοήθειας) στις στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης, παρέχει καθοδήγηση σχετικά με τον χρονισμό και τις μεθόδους αξιολόγησης και προσδιορίζει τη διακυβέρνηση και τις θεσμικές ευθύνες για τη διεξαγωγή τους. Το κεφάλαιο τονίζει τη σημασία εντοπισμού των ενδιαφερόμενων μερών, των ρόλων και των διεργασιών λήψης αποφάσεων νωρίς στη διαδικασία αξιολόγησης, της ανάπτυξης μιας Θεωρίας Αλλαγής κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού της στρατηγικής και της αξιολόγησης τόσο του οικονομικού όσο και του μη οικονομικού αντικτύπου της απάτης για την υποστήριξη τεκμηριωμένων πρωτοβουλιών καταπολέμησης της απάτης.
Αξιολόγηση, Επικαιροποίηση και Παρακολούθηση των Στρατηγικών Καταπολέμησης της Απάτης
2. Αξιολόγηση των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης
Copy link to 2. Αξιολόγηση των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτηςΠερίληψη
2.1. Εισαγωγή
Copy link to 2.1. ΕισαγωγήΕνώ η παρακολούθηση επιτρέπει σε όσους είναι επιφορτισμένοι με τη στρατηγική ή την υλοποίηση του έργου και την εποπτεία να αξιολογήσουν κατά πόσο προοδεύουν στην επίτευξη των στόχων, η αξιολόγηση της στρατηγικής εξετάζει εάν έχει επιτευχθεί η επιθυμητή αλλαγή. Συνεπώς, η αξιολόγηση πηγαίνει πέρα από την υλοποίηση και την επίτευξη των αποτελεσμάτων, με σκοπό να εξετάζει την αλλαγή στην οποία συνέβαλε η στρατηγική και σε ποιο βαθμό επιτεύχθηκαν τα επιθυμητά αποτελέσματα και με ποιον τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη ζητήματα όπως η συνάφεια, η συνοχή, η αποτελεσματικότητα, η αποδοτικότητα, ο αντίκτυπος ή η βιωσιμότητα. Στην περίπτωση των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης, σκοπός της αξιολόγησης είναι να διασφαλίζεται ότι η στρατηγική έχει σχεδιαστεί κατάλληλα ώστε να «παρέχει διαβεβαίωση ως προς την επίτευξη των επιχειρησιακών στόχων αναφορικά με την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα της καταπολέμησης της απάτης και την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης».». (OECD, 2021[1]; European Commission, 2016[2]).
Ενώ οι αξιολογήσεις στρατηγικής μπορούν να χρησιμεύσουν ως χρήσιμα εργαλεία ενημέρωσης των υπεύθυνων διαμόρφωσης πολιτικής σχετικά με κατά πόσο μια στρατηγική καταπολέμησης της απάτης είναι σε θέση να επιτύχει τους στόχους της, να επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα και είναι οικονομικά αποδοτική και αποτελεσματική, οι αξιόπιστες αξιολογήσεις απαιτούν μεθοδολογική αυστηρότητα και καλή διαχείριση της σχετικής διεργασίας. Αυτό συνεπάγεται αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων κατά τη διεξαγωγή αξιολογήσεων στρατηγικής, όπως η εξασφάλιση των απαραίτητων ανθρώπινων πόρων (σε επίπεδο δυναμικότητας και ικανοτήτων), η εξασφάλιση πολιτικού ενδιαφέροντος και ζήτησης, οικονομικών πόρων και διαθέσιμων δεδομένων υψηλής ποιότητας για την παραγωγή αξιόπιστων αξιολογήσεων (OECD, 2020[3]).
Το κεφάλαιο αυτό έχει ως στόχο να στηρίξει τις χώρες στη διεξαγωγή αξιολογήσεων των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης. Περιλαμβάνει βασικά ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν για την αξιολόγηση της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης κατά το στάδιο ανάπτυξης της, τις θεσμικές ευθύνες για τις αξιολογήσεις στρατηγικής και τον τρόπο αποτελεσματικής επικοινωνίας των αποτελεσμάτων μετά τις διεργασίες αξιολόγησης. Κατωτέρω παρέχεται μια επισκόπηση των επιχειρησιακών ενεργειών που περιλαμβάνονται στη ροή εργασίας αξιολόγησης και παρουσιάζονται με περισσότερες λεπτομέρειες σε αυτό το κεφάλαιο Πλαίσιο 2.1 .
Πλαίσιο 2.1. Ροή εργασιών αξιολόγησης – επιχειρησιακές δράσεις σε αξιολογήσεις στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης
Copy link to Πλαίσιο 2.1. Ροή εργασιών αξιολόγησης – επιχειρησιακές δράσεις σε αξιολογήσεις στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης1. Αποφασίστε τον τρόπο διαχείρισης της αξιολόγησης – συμπεριλαμβανομένης της διευκρίνισης των ενδιαφερόμενων μερών, των ρόλων και των διεργασιών λήψης αποφάσεων και της διαφάνειας των εν λόγω διεργασιών
2. Καθορίστε τον σκοπό και την περίοδο της αξιολόγησης – είναι αποτελεσματική η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης για την επίτευξη των στόχων της; Ποια περίοδο καλύπτει η αξιολόγηση (ενδιάμεση ή τελική);
3. Επιλέξτε τα κριτήρια αξιολόγησης, τα πρότυπα που θα χρησιμοποιηθούν και διατυπώστε τα βασικά ερωτήματα που πρέπει να εξεταστούν
4. Σχεδιάστε τη διεργασία αξιολόγησης καθορίζοντας χρονοδιαγράμματα και προθεσμίες, επανεξετάζοντας τις ευθύνες, αποτυπώνοντας τις πηγές δεδομένων, επιλέγοντας μεθόδους συλλογής πληροφοριών και προσδιορίζοντας τους πόρους για τη διεξαγωγή της αξιολόγησης
5. Συλλέξτε και εξετάστε δεδομένα από ποιοτικές και ποσοτικές πηγές για την απάντηση στις ερωτήσεις αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένων των ετήσιων / εξαμηνιαίων εκθέσεων παρακολούθησης, των διοικητικών δεδομένων, των εκθέσεων ελέγχου και των συστάσεων, των δεικτών αποτελεσμάτων και αντικτύπου, των ομάδων εστίασης και των ερευνών
6. Αξιολογήστε την απόδοση έναντι των κριτηρίων αξιολόγησης με σύνθεση των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμήσεων σχετικά με τον οικονομικό και μη οικονομικό αντίκτυπο της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης, την απόδοση των επενδύσεων και την εξέταση της λογικής της παρέμβασης (Θεωρία Αλλαγής) για την κατανόηση των αιτιών των αποτελεσμάτων και του αντικτύπου και την ανάπτυξη αξιολογικών κρίσεων
7. Εξάγετε προκαταρκτικά συμπεράσματα και συστάσεις, αναγνωρίζοντας τυχόν περιορισμούς και συντονίζοντας τα προκαταρκτικά ευρήματα με τις αρμόδιες αρχές καταπολέμησης της απάτης
8. Ενσωματώστε την ανατροφοδότηση για τα προκαταρκτικά συμπεράσματα και τις συστάσεις στην τελική έκθεση αξιολόγησης
9. Συντάξτε την τελική έκθεση αξιολόγησης και κοινοποιείστε τα αποτελέσματα σε εσωτερικούς και εξωτερικούς ενδιαφερόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνίας των πολιτών και των μη κυβερνητικών οργανώσεων
10. Επικαιροποιείστε τη στρατηγική καταπολέμησης της απάτης και/ή του σχεδίου δράσης με βάση τα πορίσματα της αξιολόγησης
Πηγή: Γραμματεία ΟΟΣΑ. Προσαρμογή από (Better Evaluation, 2025[4])
2.2. Τι, πότε και πώς να αξιολογήσετε
Copy link to 2.2. Τι, πότε και πώς να αξιολογήσετε2.2.1. Καθορισμός των κριτηρίων αξιολόγησης της στρατηγικής
Υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα που οι αξιολογητές μιας στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης μπορεί να θέλουν να διατυπώσουν για να συλλέξουν πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσο η στρατηγική επιτυγχάνει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τελικά, οι αξιολογητές θέλουν να γνωρίζουν εάν η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης είναι αποτελεσματική για την επίτευξη των στόχων της και τη μείωση της απάτης, κάτι το οποίο απαιτεί συλλογή δεδομένων για εντοπισμό των παραμέτρων που επηρεάζουν τόσο την επίτευξη όσο και τη μη επίτευξη των στόχων καταπολέμησης της απάτης.
Η Επιτροπή Αναπτυξιακής Βοήθειας του ΟΟΣΑ (ΕΑΒ) μεταφράζει τις βασικές εκτιμήσεις αξιολόγησης σε έξι κριτήρια αξιολόγησης (αντίκτυπος, αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα, βιωσιμότητα, συνοχή και συνάφεια) για τη στήριξη συνεπούς, υψηλής ποιότητας αξιολόγησης των παρεμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των στρατηγικών, για να εμπνεύσει πιο αποτελεσματικό σχεδιασμό στρατηγικής στο μέλλον. Τα κριτήρια αποσκοπούν στο να παρακινήσουν τους αξιολογητές να εξετάσουν το είδος της στρατηγικής, τη διαδικασία εφαρμογής της και τα αποτελέσματά της σε μεγαλύτερο βάθος, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η χρήση των κριτηρίων εξαρτάται από το σκοπό της αξιολόγησης (OECD, 2021[1]). Ακολουθεί σύντομη επεξήγηση κάθε κριτηρίου σε σχέση με τις αξιολογήσεις των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης.
Αντίκτυπος
Ο αντίκτυπος αναφέρεται στον βαθμό κατά τον οποίο η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης έχει δημιουργήσει ή αναμένεται να δημιουργήσει σημαντικές θετικές ή αρνητικές, σκοπούμενες ή ακούσιες, επιπτώσεις υψηλότερου επιπέδου (OECD, 2021[1]). Ως εκ τούτου, οι αξιολογητές μπορούν να εξετάσουν κατά πόσον η στρατηγική έχει οδηγήσει σε διαρκείς αλλαγές στα συστήματα και τους κανόνες που σχετίζονται με την καταπολέμηση της απάτης, καθώς και ποιες εκούσιες και ακούσιες επιπτώσεις δημιούργησε η στρατηγική. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την εξέταση αλλαγών σε επίπεδο συστήματος, όπως η συνεχής μείωση των συνολικών ποσοστών απάτης, οι αποτρεπτικές επιπτώσεις σε δόλιες συμπεριφορές, οι αλλαγές σε νοοτροπίες απάτης και η ανοχή στην απάτη, καθώς επίσης και η αύξηση συνολικής εμπιστοσύνης στους φορείς καταπολέμησης της απάτης. Η αξιολόγηση τόσο των οικονομικών όσο και των μη οικονομικών επιπτώσεων είναι απαραίτητη για να αποδειχθεί η αξία των προσπαθειών καταπολέμησης της απάτης, να επικαιροποιηθεί η κατανομή των πόρων και να συμπληρωθούν οι αξιολογήσεις αποδοτικότητας, συμπεριλαμβανομένης της απόδοσης των επενδύσεων σε μέτρα καταπολέμησης της απάτης. Δεδομένης της εγγενώς μη φανερής φύσης της απάτης, η αξιολόγηση του αντικτύπου μπορεί να δημιουργεί προκλήσεις. Ωστόσο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια σειρά προσεγγίσεων για την αξιολόγηση τόσο του οικονομικού όσο και του μη οικονομικού αντικτύπου των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης, όπως αναφέρεται κατωτέρω.
Αποτελεσματικότητα
Η αποτελεσματικότητα εξετάζει τον βαθμό κατά τον οποίο η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης πέτυχε ή αναμένεται να επιτύχει τους στόχους και τα αποτελέσματά της, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διαφοροποιημένων αποτελεσμάτων μεταξύ ομάδων (OECD, 2021[1]). Αυτό περιλαμβάνει την αξιολόγηση του κατά πόσον η στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης επιτυγχάνει τους στόχους της και τον σκοπό της, συμπεριλαμβανομένης της συλλογής δεδομένων για τον προσδιορισμό των κυριότερων παραγόντων που επηρεάζουν την επίτευξη ή τη μη επίτευξη των στόχων. Το τελευταίο μπορεί επίσης να διαφωτίσει άλλα κριτήρια αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως η έλλειψη πόρων για την επίτευξη στόχων ή η λήψη μέτρων που δεν συνδέονται κατάλληλα (συναφή και αναλογικά) με την επίτευξη στόχων. Για να κατανοήσουν εάν μια στρατηγική καταπολέμησης της απάτης ήταν αποτελεσματική για την επίτευξη των επιθυμητών αποτελεσμάτων, οι αξιολογητές μπορούν να εξετάσουν ζητήματα όπως η αύξηση των ποσοστών ανίχνευσης απάτης, η βελτίωση ή η αποτελεσματικότερη επιβολή των αποτελεσμάτων και των διαδικασιών και η μείωση των απωλειών απάτης.
Αποδοτικότητα
Η αποδοτικότητα εξετάζει τον βαθμό κατά τον οποίο η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης αποφέρει ή είναι πιθανό να αποφέρει αποτελέσματα με οικονομικό και έγκαιρο τρόπο (OECD, 2021[1]). Πτυχές όπως η έλλειψη πόρων (ανθρώπινων, οικονομικών, χρονικών) θα μπορούσαν να αποτελέσουν βαθύτερα αίτια για τα οποία μια στρατηγική καταπολέμησης της απάτης δεν αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί εάν οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι που απαιτούνται για την υλοποίηση της στρατηγικής δεν έχουν ληφθεί υπόψη από την αρχή (δημοσιονομική βιωσιμότητα) ή εάν οι στόχοι και τα μέτρα δεν είναι ρεαλιστικά, δεδομένου του χρονοδιαγράμματος υλοποίησης ή των διαθέσιμων ανθρώπινων ή οικονομικών πόρων.
Βιωσιμότητα
Η βιωσιμότητα αναφέρεται στον βαθμό κατά τον οποίο τα καθαρά οφέλη της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης συνεχίζονται ή είναι πιθανό να συνεχιστούν (OECD, 2021[1]). Οι αξιολογητές θα πρέπει να εξετάσουν εάν τα οφέλη που προκύπτουν από τα μέτρα που θεσπίζονται στο πλαίσιο της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης θα διαρκέσουν (δηλαδή είναι βιώσιμα). Αυτό περιλαμβάνει την εξέταση των δημοσιονομικών, οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών πτυχών, καθώς και τυχόν διασυνδέσεων μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ένα μέτρο στο πλαίσιο ενός στόχου για την καταπολέμηση της απάτης που αποβλέπει στην αύξηση της σχετικής θεσμικής ευαισθητοποίησης μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων το οποίο προβλέπει παροχή ενιαίας κατάρτισης ευαισθητοποίησης για την καταπολέμηση της απάτης στους δημόσιους υπαλλήλους, μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε αυξημένη ευαισθητοποίηση των συμμετεχόντων υπαλλήλων. Ωστόσο, τα οφέλη (αυξημένη ευαισθητοποίηση για την καταπολέμηση της απάτης) ενδέχεται να μην είναι διαρκή, καθώς το μέτρο δεν λαμβάνει υπόψη την εναλλαγή προσωπικού και τη διατήρηση των γνώσεων. Μια πιο βιώσιμη επιλογή θα ήταν η παροχή επαναλαμβανόμενων δράσεων κατάρτισης ευαισθητοποίησης κατά της απάτης (π.χ. ετησίως) ή η ανάπτυξη υποχρεωτικής κατάρτισης e-learning με επαναληπτικά μαθήματα σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Συνοχή
Η συνοχή εξετάζει τη συμβατότητα της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης με άλλες παρεμβάσεις σε μια χώρα, τομέα ή φορέα (OECD, 2021[1]). Μια συχνά παραβλεπόμενη πτυχή της φάσης ανάπτυξης της στρατηγικής εξετάζει εάν η στρατηγική ευθυγραμμίζεται με άλλες μεταρρυθμίσεις και πολιτικές διακυβέρνησης σε συναφείς βασικούς τομείς, υποστηρίζοντας τη συνοχή της στρατηγικής. Με εξέταση των συνεργειών, των συμβιβασμών και των πιθανών εντάσεων μεταξύ των τομέων πολιτικής, μια στρατηγική είναι σε καλύτερη θέση να εξασφαλίσει ότι οι στρατηγικές προσπάθειες προσθέτουν αξία και συμπληρώνονται, εναρμονίζονται και συντονίζονται με άλλες, αποφεύγοντας παράλληλα την αλληλεπικάλυψη των προσπαθειών (OECD, 2021[1]). Ενώ είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε και να διακρίνουμε μεταξύ απάτης και άλλων τύπων παραβιάσεων ακεραιότητας για την εφαρμογή κατάλληλων προληπτικών και διερευνητικών ελέγχων, η απάτη δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο και πολλές φορές η απάτη και η διαφθορά αποτελούν από κοινού εμφανιζόμενες πρακτικές. Σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη Παγκόσμια Έρευνα για την Απάτη (Global Fraud Survey) της ACFE (Ένωση Πιστοποιημένων Ελεγκτών Απάτης), οι δράστες είχαν διαπράξει τόσο απάτη όσο και διαφθορά στο 35% των περιπτώσεων (επί συνόλου 1.921 υποθέσεων) (ACFE, 2024[5]). Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία που έχει για τους αξιολογητές να εξετάσουν τις συνέργειες μεταξύ μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης με τυχόν υφιστάμενες στρατηγικές για την ακεραιότητα ή την καταπολέμηση της διαφθοράς. Για παράδειγμα, κατά την αξιολόγηση της ευθυγράμμισης της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης με άλλες μεταρρυθμίσεις και πολιτικές διακυβέρνησης σε συναφείς τομείς, ο αξιολογητής θα μπορούσε να εξετάσει τις συνέργειες ΕΣΚΑ/NAFS με τους στόχους μιας αντίστοιχης στρατηγικής καταπολέμησης της διαφθοράς για τον προσδιορισμό της επικάλυψης των προσπαθειών, των κατακερματισμένων διαύλων επικοινωνίας ή ευαισθητοποίησης και των κενών στα δεδομένα. Ένα παράδειγμα εξέτασης της συνοχής της στρατηγικής για την ανάπτυξη μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης παρέχεται στο Πλαίσιο 2.2.
Πλαίσιο 2.2. Διασφάλιση της συνοχής της στρατηγικής στην Εθνική Στρατηγική Καταπολέμησης της Απάτης στην Πορτογαλία 2021-2027
Copy link to Πλαίσιο 2.2. Διασφάλιση της συνοχής της στρατηγικής στην Εθνική Στρατηγική Καταπολέμησης της Απάτης στην Πορτογαλία 2021-2027Η ΕΣΚΑ/NAFS της Πορτογαλίας για την περίοδο 2023-2027, με το Διάταγμα 7833/2023 της 31ης Ιουλίου 2023, εξετάζει τους στόχους της Εθνικής Στρατηγικής Καταπολέμησης της Διαφθοράς (2020-2024). Η ΕΣΚΑ/NAFS ορίζει ότι οι προτεραιότητες και οι θεμελιώδεις δράσεις που θα προβλέπονται στο πλαίσιο της ΕΣΚΑ/NAFS θα πρέπει να συνδυαστούν και να συντονιστούν με εκείνες που ορίζονται στην Εθνική Στρατηγική Καταπολέμησης της Διαφθοράς, αναγνωρίζοντας ότι και τα δύο στρατηγικά έγγραφα εξετάζουν συναφείς μεταξύ τους στόχους οι οποίοι μπορούν να επιτευχθούν με εφαρμογή συσχετισμένων μέτρων.
Πηγή: Προσαρμογή από (Presidency of the Council of Ministers and Finance in Portugal, 2023[6])
Συνάφεια
Η συνάφεια λαμβάνει υπόψη τον βαθμό κατά τον οποίο οι στόχοι και ο σχεδιασμός της παρέμβασης ανταποκρίνονται στις παγκόσμιες, εθνικές ή θεσμικές ανάγκες, πολιτικές και προτεραιότητες και αυτό συνεχίζει να ισχύει ακόμη και με αλλαγή των περιστάσεων (OECD, 2021[1]). Μια στρατηγική καταπολέμησης της απάτης ενδέχεται να μην αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, εάν οι στόχοι και τα μέτρα που περιλαμβάνει δεν βασίζονται σε εκτίμηση κινδύνων και δεν εδράζονται σε μια ολοκληρωμένη ανάλυση του προβλήματος κατά το στάδιο διαμόρφωσης της στρατηγικής. Για παράδειγμα, μια στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης που δεν έχει λάβει υπόψη μια ισχυρή αξιολόγηση κινδύνου απάτης μπορεί να μην αντιμετωπίζει επαρκώς ή να υποτιμά τους τρέχοντες και αναδυόμενους κινδύνους απάτης. Αντίστοιχα, μια στρατηγική καταπολέμησης της απάτης που δεν έχει αναπτυχθεί με συμμετοχικό και διαφανή τρόπο (π.χ. μέσω υποχρεωτικών διαδικασιών δια-θεσμικής και δημόσιας διαβούλευσης, σύμφωνα με τον Δείκτη Δημόσιας Ακεραιότητας του ΟΟΣΑ PII 3.4 για τη συμμετοχικότητα και τη διαφάνεια των διακυβερνητικών και δημόσιων διαβουλεύσεων) ενδέχεται να μην ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες των δικαιούχων, ούτε στις πολιτικές και τις προτεραιότητες που σχετίζονται με την αντιμετώπιση της απάτης.
Οι εκτιμήσεις αυτές υπογραμμίζουν τη σημασία ανάπτυξης μιας σταθερής αλυσίδας Θεωρίας Αλλαγής ή αποτελεσμάτων στο στάδιο ανάπτυξης της στρατηγικής. Η Θεωρία Αλλαγής θα πρέπει να περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι προγραμματισμένες δραστηριότητες στο πλαίσιο της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης θα οδηγήσουν στα επιθυμητά αποτελέσματα και στις μακροπρόθεσμες αλλαγές (αντίκτυπος), συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των υποκείμενων παραδοχών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο κάθε δραστηριότητα θα επιφέρει αλλαγές προς επίτευξη των στρατηγικών στόχων της στρατηγικής (Georgieva-Andonovska, 2016[7]). Εάν δεν έχουν ληφθεί υπόψη προϋποθέσεις όπως η πολιτική βούληση ή οι οικονομικοί ή ανθρώπινοι πόροι που απαιτούνται για την υλοποίηση δραστηριοτήτων στο πλαίσιο μιας στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης, είναι πιθανό η στρατηγική αυτή να μην αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Μια περίληψη των κριτηρίων αξιολόγησης της ΕΑΒ, συμπεριλαμβανομένων των βασικών θεμάτων που πρέπει να εξεταστούν κατά την αξιολόγηση της επίτευξης των αποτελεσμάτων των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης, περιλαμβάνεται στον Πίνακας 2.1 παρακάτω. Επιπλέον, το Παράρτημα Α περιλαμβάνει ένα δείγμα ερωτηματολογίου που μπορούν να χρησιμοποιούν οι αξιολογητές για αξιολογήσεις στρατηγικής κατά της απάτης (ενδιάμεσες ή τελικές), με βασικά θέματα τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τη συνάφεια, τη συνοχή, την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα, τον αντίκτυπο και τη βιωσιμότητα της στρατηγικής κατά της απάτης.
Πίνακας 2.1. Εφαρμογή των κριτηρίων αξιολόγησης ΕΑΒ του ΟΟΣΑ στις στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης
Copy link to Πίνακας 2.1. Εφαρμογή των κριτηρίων αξιολόγησης ΕΑΒ του ΟΟΣΑ στις στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης|
Κριτήριο |
Ορισμός |
Θέματα που πρέπει να εξεταστούν |
|---|---|---|
|
Αντίκτυπος |
Ο βαθμός κατά τον οποίο η παρέμβαση έχει δημιουργήσει ή αναμένεται να προκαλέσει σημαντικά θετικά ή αρνητικά, εκούσια ή ακούσια αποτελέσματα υψηλότερου επιπέδου. |
Ποια (εκούσια ή ακούσια) αποτελέσματα έχει αποφέρει η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης; Έχουν υπάρξει διαρκείς αλλαγές στα συστήματα και τους κανόνες που σχετίζονται με την καταπολέμηση της απάτης (π.χ. διαρκής μείωση των συνολικών επιπέδων απάτης σε ολόκληρο το σύστημα ή την οικονομία, διαρκή αποτρεπτικά αποτελέσματα για δόλιες συμπεριφορές, μετατόπιση της νοοτροπίας απάτης ή ανοχής στην απάτη, αυξημένη συνολική εμπιστοσύνη στους φορείς καταπολέμησης της απάτης); |
|
Αποτελεσματικότητα: |
Ο βαθμός στον οποίο η παρέμβαση πέτυχε ή αναμένεται να επιτύχει τους στόχους και τα αποτελέσματά της, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διαφοροποιημένων αποτελεσμάτων μεταξύ ομάδων. |
Επιτυγχάνει η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης τους στόχους της (π.χ. αυξημένη ανίχνευση απάτης, βελτιωμένα αποτελέσματα επιβολής, μείωση των απωλειών απάτης); Ποιοι ήταν οι κυριότεροι παράγοντες που επηρέασαν την επίτευξη ή τη μη επίτευξη των στόχων καταπολέμησης της απάτης; |
|
Αποδοτικότητα |
Ο βαθμός στον οποίο η παρέμβαση αποδίδει ή είναι πιθανό να αποφέρει αποτελέσματα με οικονομικό και έγκαιρο τρόπο. |
Πόσο καλά χρησιμοποιήθηκαν οι διαθέσιμοι πόροι (ανθρώπινοι, οικονομικοί και χρονικοί) για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης και του αντίστοιχου σχεδίου δράσης; Επιτεύχθηκαν εγκαίρως οι στόχοι; Ποια ήταν η απόδοση της επένδυσης; |
|
Βιωσιμότητα |
Ο βαθμός κατά τον οποίο τα καθαρά οφέλη της παρέμβασης συνεχίζονται ή είναι πιθανό να συνεχιστούν |
Θα συνεχιστούν τα οφέλη της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης ή είναι πιθανό να συνεχιστούν; |
|
Συνοχή |
Η συμβατότητα της παρέμβασης με άλλες παρεμβάσεις σε μια χώρα, τομέα ή φορέα |
Είναι η στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης ευθυγραμμισμένη με άλλες μεταρρυθμίσεις και πολιτικές διακυβέρνησης σε συναφείς βασικούς τομείς (π.χ. υφιστάμενη στρατηγική για την καταπολέμηση της διαφθοράς ή την ακεραιότητα); Έχουν σχεδιαστεί οι διάφοροι στόχοι της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης με τρόπο που να ενισχύει ο ένας τον άλλον και να δημιουργεί συνέργειες και οι δραστηριότητες έχουν πράγματι συμβάλλει στην επίτευξη των αποτελεσμάτων και των στόχων; |
|
Συνάφεια |
Ο βαθμός κατά τον οποίο οι στόχοι και ο σχεδιασμός της παρέμβασης ανταποκρίνονται στις παγκόσμιες, εθνικές ή θεσμικές ανάγκες, πολιτικές και προτεραιότητες και αυτό συνεχίζει να ισχύει ακόμα και αν αλλάξουν οι περιστάσεις. |
Είναι η στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης κατάλληλη απάντηση για το ισχύον πλαίσιο; Η στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης αποδίδει με τον σωστό τρόπο (δηλαδή ο βαθμός κατά τον οποίο οι στόχοι και ο σχεδιασμός της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης ανταποκρίνονται στις ανάγκες, τις πολιτικές και τις προτεραιότητες των δικαιούχων που σχετίζονται με την αντιμετώπιση της απάτης, και αυτό εξακολουθεί να ισχύει σε περίπτωση αλλαγής των περιστάσεων); Συνδέονται οι επιχειρησιακοί στόχοι και τα μέτρα που εμπίπτουν στους επιχειρησιακούς στόχους με τους στρατηγικούς στόχους; Η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης αντιμετωπίζει τους κινδύνους που εντοπίζονται από την αξιολόγηση του κινδύνου απάτης; |
Πηγή: Προσαρμογή από (OECD, 2021[1])
2.2.2. Χρονισμός αξιολογήσεων και έγκαιρη εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων
Ενώ η παρακολούθηση είναι μια περιοδική διεργασία που εκτείνεται σε όλο τον κύκλο της στρατηγικής, οι αξιολογήσεις συμβαίνουν συνήθως στην αρχή, στο μέσο και στο τέλος του κύκλου υλοποίησης της στρατηγικής, όταν είναι πιο χρήσιμη η λήψη πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση ή την πρόοδο μιας στρατηγικής. Τούτου λεχθέντος, ο χρονισμός των δραστηριοτήτων αξιολόγησης μπορεί επίσης να εξαρτάται από το πότε τα μέτρα αναμένεται να έχουν αντίκτυπο στο πλαίσιο της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης. Για παράδειγμα, οι ex ante αξιολογήσεις είναι χρήσιμες για τη διεξαγωγή συγκρίσεων πριν και μετά και για την αξιολόγηση του κατά πόσο μια στρατηγική είναι καλά σχεδιασμένη και πιθανόν να επιτύχει τους στόχους της πριν τεθεί σε εφαρμογή· οι ενδιάμεσες αξιολογήσεις επικεντρώνονται στην απόδοση, επιτρέποντας τον προσδιορισμό και την προσαρμογή του τρόπου εφαρμογής μιας στρατηγικής· και οι τελικές ή ex post αξιολογήσεις είναι καθοριστικής σημασίας για την επικαιροποίηση των διεργασιών σχεδιασμού μελλοντικών στρατηγικών (Johnsøn, 2011[8]). Όπως αναφέρθηκε στο Κεφάλαιο 1, οι αξιολογήσεις σχεδιασμού κατά την έναρξη του κύκλου στρατηγικής είναι καίριας σημασίας, καθώς επιτρέπουν:
απόκτηση αξιόπιστης βάσης αναφοράς για τον καθορισμό διαχρονικών τάσεων έναντι των δεικτών
προγραμματισμό της ενδιάμεσης αξιολόγησης σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία θα εξακολουθεί να είναι δυνατή η διόρθωση σε περίπτωση που η στρατηγική δεν ανταποκρίνεται γενικότερα στους στόχους
εξασφάλιση ότι στο τέλος του έργου θα υπάρχουν αρκετά κονδύλια για τη διεξαγωγή της τελικής αξιολόγησης
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνιστά περιοδικές αξιολογήσεις ΕΣΚΑ/NAFS εντός συγκεκριμένων χρονικών πλαισίων, συμπεριλαμβανομένης μιας πιθανής ενδιάμεσης αξιολόγησης, ετήσιας αξιολόγησης ή τελικής αξιολόγησης (στο τέλος της περιόδου υλοποίησης της ΕΣΚΑ/NAFS). Για κάθε αξιολόγηση θα συντάσσεται έκθεση που θα περιγράφει τη μεθοδολογία και τα ευρήματα σχετικά με την πρόοδο επίτευξης των προσδιορισμένων επιχειρησιακών στόχων, καθώς και τα επόμενα βήματα (European Commission, 2016[2]). Στο πλαίσιο αυτό, συνιστάται στους υπεύθυνους στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης να καταθέτουν τις ενδιάμεσες και τις τελικές αξιολογήσεις ως δραστηριότητα στο σχέδιο δράσης τους, συμπεριλαμβανομένης της διασφάλισης ότι ο προϋπολογισμός για την εφαρμογή της στρατηγικής καλύπτει την εν λόγω διεργασία.
Σχήμα 2.1. Παράδειγμα χρονισμού αξιολόγησης της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης (κύκλος στρατηγικής 5 ετών)
Copy link to Σχήμα 2.1. Παράδειγμα χρονισμού αξιολόγησης της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης (κύκλος στρατηγικής 5 ετών)
Πηγή: Γραμματεία ΟΟΣΑ.
2.2.3. Προσεγγίσεις για την αξιολόγηση του αντικτύπου μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης
Ένας από τους στόχους της αξιολόγησης είναι η εκτίμηση του αιτιώδους αντικτύπου μιας στρατηγικής. Η αξιολόγηση του αντικτύπου μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης είναι εγγενώς δυσχερής, δεδομένης της αφανούς φύσης της δόλιας δραστηριότητας. Ωστόσο, η ανάλυση τόσο των οικονομικών όσο και των μη οικονομικών επιπτώσεων των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης είναι απαραίτητη για την προώθηση τεκμηριωμένων προσεγγίσεων στις πρωτοβουλίες καταπολέμησης της απάτης. Με τη σειρά του, αυτό συμβάλλει στην ενίσχυση της βάσης διαχρονικής αξιολόγησης του αντίκτυπου της στρατηγικής. Η επιμέρους αυτή ενότητα διερευνά προσεγγίσεις μέτρησης του οικονομικού και μη οικονομικού αντικτύπου των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης, οι οποίες μπορούν να υποστηρίξουν τις προσπάθειες απόδειξης της αξίας των δράσεων καταπολέμησης της απάτης, να αποδώσουν προτεραιότητα στην κατανομή των πόρων και να επιδείξουν μετρήσιμες αποδόσεις των επενδύσεων σε μέτρα καταπολέμησης της απάτης.
Εκτίμηση οικονομικού αντικτύπου απάτης
Σε αντίθεση με τις αξιολογήσεις κινδύνου απάτης, οι οποίες προσδιορίζουν τον τρόπο ή τον τόπο όπου μπορεί να προκύψει απάτη, η μέτρηση της απάτης αποσκοπεί στην εκτίμηση του βαθμού στον οποίο η απάτη πράγματι λαμβάνει χώρα και μπορεί να τροφοδοτήσει αναλύσεις κόστους-οφέλους. Η εκτίμηση του δημοσιονομικού αντικτύπου της απάτης αποτελεί ένα κρίσιμο πρώτο βήμα για τον προσδιορισμό της οικονομικής αποδοτικότητας των προσεγγίσεων καταπολέμησης της απάτης, καθώς θεσπίζει μια βάση αναφοράς σύμφωνα με την οποία μπορούν να αξιολογηθούν τα οφέλη των μέτρων που εφαρμόζονται στο πλαίσιο μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης. Το ζήτημα αυτό αναφέρεται επίσης σε διάφορες μορφές στις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις Εθνικές Στρατηγικές Καταπολέμησης της Απάτης, μεταξύ άλλων στο παράρτημα σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τη λειτουργία της AFCOS, το οποίο επισημαίνει προκλήσεις όπως τα αναξιόπιστα συστήματα αναφοράς, οι ροές πληροφοριών και οι στατιστικές (European Commission, 2016[2]).
Υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις και μεθοδολογίες για την εκτίμηση του οικονομικού αντικτύπου της απάτης. Για παράδειγμα, ορισμένες δημόσιες αρχές εκτιμούν τη συνολική κλίμακα της απάτης σε έναν συγκεκριμένο τομέα με την εφαρμογή μεθόδων όπως η στατιστική δειγματοληψία, η μοντελοποίηση και η συγκριτική αξιολόγηση, συμβάλλοντας στην απεικόνιση του αντικτύπου των πρωτοβουλιών πρόληψης της απάτης. Άλλες θέτουν ετήσιους στόχους μείωσης ή πρόληψης της απάτης, οι οποίοι υποστηρίζουν τη συνεπή διαχρονική παρακολούθηση και μέτρηση. Επιπλέον, η αξιολόγηση των μη οικονομικών αποτελεσμάτων των πρωτοβουλιών και των πλαισίων καταπολέμησης της απάτης επιτρέπει στους αρμόδιους αξιολόγησης κινδύνου να κρίνουν πόσο αποτελεσματικά είναι τα τρέχοντα μέτρα και να προβαίνουν σε προσαρμογές όπου αυτό είναι απαραίτητο. Πρόσφατα, το Ελεγκτικό Συνέδριο της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών δημοσίευσε τεχνικό παράρτημα που περιγράφει μεθόδους για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης κινδύνων απάτης σε ομοσπονδιακά προγράμματα, παρέχοντας πρακτικά παραδείγματα για κάθε στοιχείο του πλαισίου, συμπεριλαμβανομένων κατευθύνσεων για τον υπολογισμό της απόδοσης επένδυσης και τη μέτρηση της εξοικονόμησης κόστους από την πρόληψη της απάτης. (UK National Audit Office, 2025[9]; OECD, 2020[10]; U.S. Government Accountability Office, 2026[11])
Το Διεθνές Φόρουμ για την Απάτη στον Δημόσιο Τομέα (International Public Sector Fraud Forum – IPSFF) έχει αναπτύξει ένα πλαίσιο που καθορίζει βασικές αρχές και διαδικασίες για τη διενέργεια ασκήσεων μέτρησης της απώλειας λόγω απάτης (Fraud Loss Measurement – FLM) σε οργανισμούς του δημόσιου τομέα.(Πλαίσιο 2.5). Το πλαίσιο αυτό προορίζεται να χρησιμοποιηθεί από τις υπηρεσίες καταπολέμησης της απάτης στον δημόσιο τομέα και έχει στόχο να υποστηρίξει τους επαγγελματίες στην παραγωγή αξιόπιστων εκτιμήσεων απάτης και σφαλμάτων που σχετίζονται με συγκεκριμένα κυβερνητικά προγράμματα, δραστηριότητες ή λειτουργίες. Η FLM εκτιμά το συνολικό επίπεδο της απάτης με τη δοκιμή ενός στατιστικά αντιπροσωπευτικού δείγματος συναλλαγών, τον εντοπισμό περιπτώσεων απάτης ή σφάλματος, και την παρέκταση αυτών των ευρημάτων σε ολόκληρο τον πληθυσμό για να παράγει μια τεκμηριωμένη εκτίμηση των συνολικών ζημιών (International Public Sector Fraud Forum, 2025[12]). Οι πληροφορίες που προέρχονται από τη μέτρηση της απάτης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να καθοριστεί μια βάση για την έκταση της απάτης που πλήττει τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ στα Κράτη Μέλη. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να χρησιμεύσει ως χρήσιμος δείκτης αποτελεσμάτων για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δραστηριοτήτων καταπολέμησης της απάτης στο πλαίσιο μιας στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης. Παρουσιάζει επίσης μια ευκαιρία ενίσχυσης των ικανοτήτων και των μεθοδολογιών συλλογής και ενοποίησης δεδομένων.
Όταν η διενέργεια άσκησης μέτρησης απωλειών λόγω απάτης (FLM) δεν είναι εφικτή λόγω περιορισμών σε ικανότητες, πόρους ή δεδομένα, οι αρμόδιες αρχές καταπολέμησης της απάτης μπορούν να εξετάσουν τη διενέργεια άλλων δραστηριοτήτων για τη δημιουργία μιας βάσης αναφοράς της απάτης, όπως η ανασκόπηση πληροφοριών διαχείρισης απάτης από συγκρίσιμα προγράμματα, δραστηριότητες ή λειτουργίες (π.χ. ιστορικά ποσοστά ανίχνευσης, διάρκεια και μέσο κόστος απάτης), η συλλογή και ανάλυση δεδομένων που σχετίζονται με το γνωστό ύψος της απάτης και των σφαλμάτων, ή η διενέργεια άσκησης αξιολόγησης κινδύνου απάτης, προκειμένου να προσδιοριστεί ο υπολειπόμενος κίνδυνος απάτης και σφάλματος (δηλαδή το τμήμα του εγγενούς κινδύνου που παραμένει μετά την εξέταση των υφιστάμενων δικλείδων ελέγχου) (International Public Sector Fraud Forum, 2026[13]).
Πλαίσιο 2.3. Πλαίσιο του Διεθνούς Φόρουμ για την Απάτη στον Δημόσιο Τομέα (IPSFF) σχετικά με τη Μέτρηση Απωλειών λόγω Απάτης
Copy link to Πλαίσιο 2.3. Πλαίσιο του Διεθνούς Φόρουμ για την Απάτη στον Δημόσιο Τομέα (IPSFF) σχετικά με τη Μέτρηση Απωλειών λόγω ΑπάτηςΤο IPSFF έχει αναπτύξει ένα πλαίσιο που καθορίζει βασικές αρχές και διεργασίες για τη διεξαγωγή ασκήσεων μέτρησης απωλειών λόγω απάτης (FLM) στο πλαίσιο οργανισμών του δημόσιου τομέα. Το πλαίσιο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί από τις λειτουργίες καταπολέμησης της απάτης σε όλους τους οργανισμούς του δημόσιου τομέα, με σκοπό την υποστήριξη των επαγγελματιών καταπολέμησης της απάτης για τη διεξαγωγή ασκήσεων FLM που παράγουν αξιόπιστες εκτιμήσεις των επιπέδων απάτης και σφαλμάτων που σχετίζονται με ένα συγκεκριμένο κυβερνητικό πρόγραμμα, δραστηριότητα ή λειτουργία.
Η διαδικασία για τη διεξαγωγή ασκήσεων FLM χωρίζεται σε πέντε στάδια:
Στάδιο 1 – Επιλογή τομέα
Προσδιορίστε τομείς υψηλού κινδύνου όπου η απάτη ή το σφάλμα είναι πιο πιθανά, χρησιμοποιώντας αξιολογήσεις κινδύνου απάτης και οργανωτική ανάλυση
Αποδώστε προτεραιότητα σε τομείς με σημαντικό υπολειπόμενο κίνδυνο και επαρκή διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία για δοκιμή απάτης
Εξετάστε παράγοντες όπως οι συνολικές δαπάνες, οι υπάρχουσες πληροφορίες απάτης και η αποτελεσματικότητα των τρεχόντων ελέγχων
Εστιάστε σε διαδικασίες που αφορούν δαπάνες ή ροές εισοδήματος (π.χ. επιχορηγήσεις, προμήθειες, τέλη)
Χρησιμοποιήστε εργαλεία όπως η κατάρτιση προφίλ κινδύνου απάτης και «χάρτες θερμότητας» για να στοχεύσετε περιοχές όπου η FLM θα προσφέρει τη μέγιστη αξία διασφάλισης
Στάδιο 2 - Προσδιορισμός των υπολειμματικών κινδύνων για τη δοκιμή
Πραγματοποιήστε ή επαναλάβετε μια Αξιολόγηση Κινδύνου Απάτης (FRA) για τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσε να συμβεί απάτη και σε τομείς όπου οι έλεγχοι ενδέχεται να αποτύχουν
Εστιάστε σε υπολειμματικούς κινδύνους, δηλαδή στους κινδύνους που υπάρχουν ακόμα παρά τους υφιστάμενους ελέγχους
Προσδιορίστε τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να ελεγχθεί κάθε κίνδυνος, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων ή των αποδεικτικών στοιχείων που απαιτούνται
Προκαλέστε συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών σε ολόκληρο τον οργανισμό και υιοθετήστε μια «νοοτροπία απατεώνα» για να εντοπίσετε πιθανά τρωτά σημεία
Αξιολογήστε τα διαθέσιμα δεδομένα (εσωτερικά και εξωτερικά) για ποιότητα, πληρότητα και συνάφεια και επιλέξτε έναν διαχειρίσιμο αριθμό κινδύνων για δοκιμή
Στάδιο 3 – Σχεδιασμός, δειγματοληψία και συλλογή αρχικών αποδεικτικών στοιχείων
Αναπτύξτε ένα σαφές σχέδιο δοκιμής καθορίζοντας εμβέλεια, μεθοδολογία και διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Προσδιορίστε ταξινομήσεις περιπτώσεων (π.χ. απάτη, σφάλμα, δείκτες απάτης, περίπτωση που δεν έχει επιλυθεί)
Επιλέξτε ένα στατιστικά έγκυρο δείγμα που είναι αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού, χρησιμοποιώντας μεθόδους όπως τυχαία, συστηματική ή στρωματοποιημένη δειγματοληψία
Καθορίστε το κατάλληλο μέγεθος δείγματος με βάση τα επίπεδα εμπιστοσύνης, το περιθώριο σφάλματος και τους περιορισμούς πόρων
Εντοπίστε και συγκεντρώστε αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών πηγών δεδομένων, όπου είναι δυνατόν, διασφαλίζοντας ότι είναι αξιόπιστα και επαρκή για υποστήριξη συμπερασμάτων
Στάδιο 4 – Διεξαγωγή δοκιμής
Ελέγξετε συστηματικά κάθε υπόθεση που περιλήφθηκε στο δείγμα και ορίστε μια ταξινόμηση με βάση τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία
Εφαρμόστε μια προσέγγιση σταδιακής δοκιμής, ξεκινώντας από τους αρχικούς ελέγχους και προχωρώντας σε βαθύτερη έρευνα όπου χρειάζεται
Χρησιμοποιήστε πρόσθετα στοιχεία για να επιλύσετε διφορούμενες περιπτώσεις, αναγνωρίζοντας ότι ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να παραμείνουν ανεπίλυτες
Διασφαλίστε συνεπή και τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων και διατηρείστε ξεκάθαρα ίχνη ελέγχου
Συγκεντρώστε τα αποτελέσματα σε βασικές κατηγορίες (παρατυπία, απάτη, σφάλμα, δείκτες, ανεπίλυτα) για ανάλυση
Στάδιο 5 – Αναφορά και επόμενα βήματα
Εξάγετε συμπεράσματα από το δείγμα για να εκτιμήσετε τα επίπεδα απάτης και σφάλματος σε ολόκληρο τον πληθυσμό, χρησιμοποιώντας διαστήματα εμπιστοσύνης
Αναφέρετε τα ευρήματα με διαφάνεια, συμπεριλαμβανομένων της μεθοδολογίας, του μεγέθους του δείγματος, των επιπέδων εμπιστοσύνης και του οικονομικού αντικτύπου
Παρέχετε πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους απάτης που προκύπτουν, και όχι μόνο για τα συνολικά ποσοστά
Αξιοποιήστε τα αποτελέσματα για να τεκμηριώσετε βελτιώσεις ελέγχων, διερεύνηση υποθέσεων και οικονομική ανάκτηση, όπου απαιτείται
Εντάξετε τα ευρήματα σε έναν συνεχή κύκλο διαχείρισης κινδύνου απάτης, υποστηρίζοντας τόσο τακτικές δράσεις (π.χ. έρευνες) όσο και στρατηγικές βελτιώσεις (π.χ. ενίσχυση ελέγχων και μέτρων πρόληψης)
Πηγή: Προσαρμογή από (International Public Sector Fraud Forum, 2025[12])
Προσεγγίσεις για τη δημιουργία αντιπαραδείγματος
Ενώ η μέτρηση απωλειών λόγω απάτης μπορεί να δημιουργήσει μια βάση αξιολόγησης των υλοποιούμενων μέτρων στο πλαίσιο μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης, η αξιολόγηση θα πρέπει επίσης να επιδιώκει να κατανοήσει εάν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ μιας συγκεκριμένης παρέμβασης στο πλαίσιο της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης και του οικονομικού ή μη οικονομικού αντικτύπου (δηλαδή πόσος από αυτόν τον αντίκτυπο προέκυψε λόγω της παρέμβασης της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης και όχι λόγω άλλων παραγόντων;). Μια μέθοδος αξιολόγησης του αιτιώδους αντικτύπου μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης είναι η θέσπιση ενός αντιγεγονότος, το οποίο επιτρέπει στους αξιολογητές να συγκρίνουν τα αποτελέσματα κατά την εφαρμογή μιας συγκεκριμένης παρέμβασης της στρατηγικής με εκείνα που θα προέκυπταν σε περίπτωση απουσίας της. Για παράδειγμα, για να εκτιμηθεί ο αντίκτυπος νέων προγραμμάτων κατάρτισης και ελέγχων για την απάτη ταυτότητας, οι διαχειριστές θα μπορούσαν να συγκρίνουν τόσο την εκτιμώμενη οικονομική έκθεση όσο και την πιθανότητα εμφάνισης απάτης ταυτότητας πριν και μετά την εφαρμογή των ελέγχων. Οι εν λόγω προβλεπόμενες μειώσεις κινδύνου μπορούν στη συνέχεια να σταθμιστούν έναντι του κόστους υλοποίησης του προγράμματος για την αξιολόγηση της συνολικής αξίας του. (U.S. Government Accountability Office, 2026[11]).
Ένα αντιγεγονός μπορεί να καθοριστεί μέσω μιας ποικιλίας καθιερωμένων μεθόδων, όπου ορισμένες χρησιμοποιούνται συχνότερα από άλλες. Σε γενικές γραμμές, αυτές οι μέθοδοι μπορούν να ομαδοποιηθούν σε πειραματικές (δημιουργία ομάδας ελέγχου ή δείγματος), οιονεί πειραματικές και μη πειραματικές μεθόδους (BetterEvaluation, 2025[14]). Κάθε προσέγγιση έχει τα δικά της πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, και δεν υπάρχει ένα "ένα μέγεθος ταιριάζει σε όλους" για τις αξιολογήσεις αντικτύπου. Μια κοινή μέθοδος για την καθιέρωση ενός αντιγεγονότος είναι η τυχαιοποίηση, όπου η έκθεση σε ένα συστατικό μιας στρατηγικής κατά της απάτης ανατίθεται τυχαία σε μονάδες ή ομάδες παρατήρησης. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει τον προσδιορισμό των αιτιωδών αποτελεσμάτων, καθώς η τυχαία ανάθεση υποστηρίζει την υπόθεση ότι η μόνη συστηματική διαφορά μεταξύ ομάδων είναι η έκθεσή τους στην παρέμβαση. Στην πράξη, ωστόσο, τα φυσικά προκύπτοντα αντιγεγονότα είναι συχνά δύσκολο να εντοπιστούν. Ως εκ τούτου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν πειραματικές, οιονεί πειραματικές και μη πειραματικές μέθοδοι για την κατασκευή τους με σκοπούς αξιολόγησης. Για παράδειγμα, οι πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης κατά της απάτης μπορούν να αξιολογηθούν χρησιμοποιώντας πειραματικά σχέδια που συγκρίνουν τυχαία επιλεγμένες ομάδες πολιτών, με μια ομάδα που εκτίθεται σε στοχευμένα μηνύματα (η «ομάδα θεραπείας») και μια άλλη που δεν εκτίθεται σε αυτά (η «ομάδα ελέγχου») (Peiffer and Cheeseman, 2023[15]) .
Όταν η τυχαιοποίηση δεν είναι εφικτή, μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφορες οιονεί πειραματικές στατιστικές μέθοδοι προσέγγισης της τυχαιοποίησης για τη δημιουργία ενός αξιόπιστου αντιγεγονότος. Η ανάμειξη διαφορετικών μεθόδων είναι επίσης δυνατή, όπου για παράδειγμα χρησιμοποιούνται τυχαιοποιημένες δοκιμές ελέγχου και μη πειραματικές μέθοδοι για να αλληλοσυμπληρώνονται. Τούτου λεχθέντος, η εφαρμογή αυτών των προσεγγίσεων απαιτεί μια σταθερή κατανόηση των υποκείμενων παραδοχών και μεθοδολογικών περιορισμών τους. Οι συγκρίσεις πριν-και-μετά δεικτών που συλλέγονται στο στάδιο βάσης αναφοράς και σε μεταγενέστερες αξιολογήσεις μπορούν επίσης να προσφέρουν τεκμηριωμένες εκτιμήσεις οικονομικού και μη οικονομικού αντικτύπου μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης (π.χ. μείωση των απωλειών λόγω απάτης, αυξημένη εμπιστοσύνη στους δημόσιους φορείς, αυξημένη ευαισθητοποίηση κατά της απάτης). (OECD, 2017[16])
Όταν τα δεδομένα γραμμής αναφοράς δεν είναι διαθέσιμα, μπορούν να γίνουν συγκρίσεις μεταξύ μη τυχαίων μονάδων παρατήρησης που είναι παρόμοιες σε βασικά χαρακτηριστικά αλλά βιώνουν διαφορετικά επίπεδα έκθεσης σε δραστηριότητες στο πλαίσιο μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης (OECD, 2017[16]). Επειδή η ανάθεση σε αυτές τις ομάδες σύγκρισης δεν είναι τυχαία, οι αναλύσεις αυτές είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες σε μεροληψίες και τυχόν συμπεράσματα σχετικά με τον αιτιώδη αντίκτυπο θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή. Στον Πίνακας 2.2 και στο Πλαίσιο 2.4 παρακάτω συνοψίζονται οι κύριες μέθοδοι αξιολόγησης αντικτύπου και οι αντίστοιχοι περιορισμοί τους.
Πίνακας 2.2. Μέθοδοι αξιολόγησης αντικτύπου
Copy link to Πίνακας 2.2. Μέθοδοι αξιολόγησης αντικτύπου|
Μέθοδος αξιολόγησης |
Περιγραφή |
Περιορισμοί |
|
|---|---|---|---|
|
Οιονεί-πειραματική |
Πριν-‑Μετά |
Ο αντίκτυπος μετράται ως η αλλαγή των αποτελεσμάτων των συμμετεχόντων πριν και μετά την υλοποίηση της πολιτικής. |
Παράγοντες εκτός από την ίδια την πολιτική που μπορεί να έχουν επηρεάσει τα αποτελέσματα των συμμετεχόντων δεν λαμβάνονται υπόψη. |
|
Απλή Διαφορά |
Συγκρίνονται τα αποτελέσματα των συμμετεχόντων και των μη‑συμμετεχόντων μετά την υλοποίηση της πολιτικής. |
Τα αποτελέσματα είναι μεροληπτικά εάν οι συμμετέχοντες και οι μη‑συμμετέχοντες διαφέρουν ως προς χαρακτηριστικά που επηρεάζουν τα αποτελέσματα πριν από την υλοποίηση της παρέμβασης καθώς και όταν διαφέρουν και με άλλους τρόπους εκτός από την κατάσταση συμμετοχής τους. |
|
|
Διαφορά-στη-Διαφορά |
Το αποτέλεσμα της πολιτικής μετράται με σύγκριση της εξέλιξης των αποτελεσμάτων των συμμετεχόντων πριν και μετά την υλοποίηση και της εξέλιξης των αποτελεσμάτων των μη‑συμμετεχόντων κατά την ίδια περίοδο. |
Η μεροληψία προκύπτει εάν η ομάδα ελέγχου δεν περιγράφει τι θα είχε συμβεί στην ομάδα θεραπείας χωρίς την παρέμβαση. Υποθέτει την απουσία μη παρατηρήσιμων διαφορών και σταθερών τάσεων μεταξύ των ομάδων διαχρονικά. |
|
|
Πολλαπλή Γραμμική Παλινδρόμηση |
Συγκρίνει τα αποτελέσματα των συμμετεχόντων και των μη‑συμμετεχόντων, ενώ ελέγχει για παρατηρήσιμες διαφορές μεταξύ των ομάδων που μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα (φύλο, εισόδημα, εκπαίδευση, ηλικία, κ.λπ.). |
Μη παρατηρήσιμοι, μη μετρήσιμοι, ή δυναμικοί παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, περιορίζοντας την εγκυρότητα της εκτίμησης αιτιώδους αντικτύπου. |
|
|
Στατιστική Αντιστοίχιση |
Συγκρίνονται οι συμμετέχοντες και οι μη‑συμμετέχοντες με παρόμοια παρατηρήσιμα χαρακτηριστικά. |
Τα μη παρατηρήσιμα, μη μετρήσιμα και μη μετρημένα χαρακτηριστικά μπορεί να εξακολουθούν να εισάγουν μεροληψία ως προς το εκτιμώμενο αποτέλεσμα. |
|
|
Σχεδιασμός Ασυνέχειας Παλινδρόμησης |
Τα άτομα κατατάσσονται σύμφωνα με ένα μετρήσιμο κριτήριο· ένα όριο‑καθορίζει τη συμμετοχή. Τα άτομα ακριβώς πάνω από το όριο‑συγκρίνονται με εκείνα ακριβώς κάτω από αυτό. |
Τα αποτελέσματα ισχύουν μόνο κοντά στο όριο. Τα άτομα μπορούν να χειραγωγήσουν τα αποτελέσματα για να γίνουν επιλέξιμα ή μη επιλέξιμα. |
|
|
Εργαλειακές Μεταβλητές |
Χρησιμοποιεί μια εξωτερική «εργαλειακή» μεταβλητή που επηρεάζει τη συμμετοχή στην πολιτική, αλλά δεν επηρεάζει άμεσα τα αποτελέσματα. |
Η εγκυρότητα εξαρτάται από την εξεύρεση ενός ισχυρού μέσου που επηρεάζει τα αποτελέσματα μόνο μέσω της συμμετοχής, η οποία είναι συχνά δύσκολη στην πράξη. |
|
|
Πειραματική |
Τυχαιοποιημένη αξιολόγηση |
Τα άτομα ανατίθενται τυχαία σε ομάδες θεραπείας ή ελέγχου. Συγκρίνονται οι διαφορές αποτελεσμάτων. Η τυχαιοποίηση καταργεί τις συστηματικές διαφορές μεταξύ συμμετεχόντων και μη‑συμμετεχόντων. |
Η αιτιώδης εκτίμηση είναι έγκυρη μόνο εάν η τυχαιοποίηση έχει διεξαχθεί σωστά. Η μεροληψία μπορεί να προκύψει από φαινόμενα διάχυσης ή φθορά του δείγματος (αποχώρηση από το πρόγραμμα). |
|
Μη πειραματική |
Βασικός Πληροφοριοδότης |
Οι ειδικοί καλούνται να προβλέψουν τι θα συμβεί (προοπτική πρόβλεψη) ή θα είχε συμβεί (αναδρομική μέτρηση) ελλείψει της παρέμβασης. |
Απαιτεί δοκιμή υποκείμενων παραδοχών σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλες μεθόδους, καθώς η συλλογή δεδομένων δεν είναι πλήρως υπό τον έλεγχο του αξιολογητή, μπορεί να παρουσιάζει μεγαλύτερη ένταση δεδομένων και δεν είναι πάντα ελέγξιμη. |
|
Λογικά δομημένη |
Χρήση βάσης αναφοράς ως εκτίμησης του αντιγεγονότος, όταν είναι εύλογο να υποτεθεί ότι αυτή θα παρέμενε αμετάβλητη χωρίς την παρέμβαση, για παράδειγμα, η βασική γραμμή ιστορικών ή τρεχουσών απωλειών από απάτη και σφάλματα, εφόσον αυτές μπορούν να εκτιμηθούν ή να μετρηθούν με επαρκή βαθμό αξιοπιστίας. |
Πηγή: Προσαρμογή από (OECD, 2020[17]; BetterEvaluation, 2025[14]; Partnership for Economic Inclusion, 2022[18]).
Πλαίσιο 2.4. Τυχαιοποιημένες δοκιμές ελέγχου
Copy link to Πλαίσιο 2.4. Τυχαιοποιημένες δοκιμές ελέγχουΟι τυχαιοποιημένες δοκιμές ελέγχου (RCTs) έχουν γίνει σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση των παρεμβάσεων πολιτικής, είτε στο πλαίσιο εμβολίων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων ή αναπτυξιακών πρωτοβουλιών που χρηματοδοτούνται από δωρητές. Η ελκυστικότητά τους έγκειται στην ικανότητα τυχαιοποίησης για ελαχιστοποίηση των μεροληψιών επιλογής και επιβεβαίωσης, ενώ η συμπερίληψη ενός αντιγεγονότος επιτρέπει στους αξιολογητές να απομονώσουν την επίδραση της παρέμβασης, τον έλεγχο για αποτελέσματα ωρίμανσης και να δημιουργήσουν αιτιώδεις σχέσεις με υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης.
Ωστόσο, οι τυχαιοποιημένες δοκιμές ελέγχου (RCTs) έχουν επίσης περιορισμούς που οι υπεύθυνοι διαμόρφωσης πολιτικής πρέπει να λαμβάνουν υπόψη κατά τον καθορισμό της καταλληλότητάς τους:
Κόστος και απαιτήσεις δεδομένων: Οι RCTs μπορεί να είναι υψηλής έντασης πόρων, ιδίως όταν τα σχετικά δεδομένα είναι περιορισμένα ή δύσκολα προσβάσιμα. Σε πολλές περιπτώσεις, ορισμένες ερωτήσεις αξιολόγησης μπορούν να εξεταστούν χρησιμοποιώντας εναλλακτικές μεθόδους. Η αξιοποίηση προσβάσιμων, υψηλής ποιότητας διοικητικών ή δημόσιων δεδομένων μπορεί να μειώσει το κόστος των RCTs και άλλων προσεγγίσεων αξιολόγησης, παρέχοντας παράλληλα σημαντικά στοιχεία.
Εφικτότητα αντιγεγονότων: Η κατασκευή ενός έγκυρου αντιγεγονότος δεν είναι πάντα δυνατή σε πραγματικές συνθήκες. Η πιλοτική εφαρμογή ενός προγράμματος πριν από την κλιμάκωση μπορεί να βοηθήσει, αλλά η επέκταση μπορεί να εισαγάγει πρόσθετες πολυπλοκότητες.
Δεοντολογικές εκτιμήσεις: Σε ορισμένους τομείς πολιτικής, μπορεί να είναι δεοντολογικά ή πολιτικά προβληματικό να αντιμετωπίζονται οι ομάδες με διαφορετικό τρόπο, ειδικά όταν οι ομάδες ελέγχου αποτελούνται από ευάλωτους πληθυσμούς που θα μπορούσαν να στερηθούν παρεμβάσεις με δυνητικά ευεργετικά αποτελέσματα. Στο πλαίσιο των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης, οι ανησυχίες αυτές είναι συνήθως λιγότερο έντονες, καθώς οι παρεμβάσεις δεν στερούν ουσιαστική υποστήριξη από άτομα.
Πηγή: Καταρτίστηκε από τη Γραμματεία του ΟΟΣΑ, βάσει των συζητήσεων που πραγματοποιήθηκαν στο «Διεθνές Εργαστήριο για Αυστηρές Προσεγγίσεις Αξιολόγησης Αντικτύπου, συμπεριλαμβανομένων των Τυχαιοποιημένων Ελεγχόμενων Δοκιμών (Randomised Controlled Trials – RCTs)», το οποίο συνδιοργανώθηκε από τον ΟΟΣΑ και το Αυστραλιανό Κέντρο Αξιολόγησης (Australian Centre for Evaluation) στις 5 Φεβρουαρίου 2025 στα κεντρικά γραφεία του ΟΟΣΑ στο Παρίσι.
Απόδειξη απόδοσης της επένδυσης
Ο υπολογισμός της απόδοσης της επένδυσης (ROI) μπορεί να βοηθήσει τους αξιολογητές να εκτιμήσουν πόση αξία έχει παραχθεί στο πλαίσιο μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης ή ενός συγκεκριμένου μέτρου για κάθε ευρώ που δαπανάται. Ως εκ τούτου, μπορεί να χρησιμεύσει ως χρήσιμος δείκτης απόδοσης για καθορισμό ιεράρχησης των πόρων, υποστήριξη της προσαρμογής των μέτρων και αιτιολόγηση περαιτέρω επενδύσεων. Ενώ η ανάλυση κόστους-οφέλους παρέχει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για τη σύγκριση του κόστους και των οφελών μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης, η απόδοση επένδυσης παρέχει μια απλοποιημένη μέτρηση που εκφράζει αυτά τα αποτελέσματα ως αναλογία, διευκολύνοντας έτσι την επικοινωνία με τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων. Ωστόσο, η απόδοση της επένδυσης περιλαμβάνει συνήθως μόνο τον χρηματοοικονομικό αντίκτυπο και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να ερμηνεύεται παράλληλα με ευρύτερα στοιχεία μη χρηματοοικονομικών αποτελεσμάτων.
Η εκτίμηση απόδοσης της επένδυσης απαιτεί την αξιολόγηση πολλών βασικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξίας που βρίσκεται σε κίνδυνο, της πιθανότητας επέλευσης του εν λόγω κινδύνου και του προκύπτοντος ετήσιου επιπέδου κινδύνου. Περιλαμβάνει επίσης την αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα ή επένδυση επηρεάζει τόσο την πιθανότητα του κινδύνου όσο και τον ετήσιο αντίκτυπό του, παράλληλα με το σχετικό κόστος υλοποίησης του προγράμματος. Με βάση αυτές τις εισφορές δεδομένων, οι διαχειριστές μπορούν να συγκρίνουν το συνολικό κόστος και τα αναμενόμενα οφέλη σε μια καθορισμένη περίοδο προκειμένου να υπολογίσουν την απόδοση της επένδυσης (U.S. Government Accountability Office, 2026[11]; International Public Sector Fraud Forum, 2023[19]). Ένα παράδειγμα του τρόπου υπολογισμού απόδοσης της επένδυσης παρέχεται στο Πλαίσιο 2.5 παρακάτω.
Πλαίσιο 2.5. Εκτίμηση χρηματοοικονομικής αξίας της πρόληψης συνεχιζόμενης παραβίασης ταυτότητας.
Copy link to Πλαίσιο 2.5. Εκτίμηση χρηματοοικονομικής αξίας της πρόληψης συνεχιζόμενης παραβίασης ταυτότητας.Παράδειγμα από το Πλαίσιο Ελέγχου Απάτης του IPSFF
Παρατίθεται παράδειγμα του τρόπου υπολογισμού πρόληψης μελλοντικής απώλειας μέσω της συνεχιζόμενης παραβίασης ταυτότητας σε χρονικό ορίζοντα 5 ετών. Για να μετριαστούν οι απειλές για τις υποκλοπές πληροφοριών ταυτότητας πελατών μέσω ηλεκτρονικού "ψαρέματος" και κοινωνικής μηχανικής, το τμήμα προτείνει την κατάρτιση του προσωπικού παροχής υπηρεσιών δύο φορές τον χρόνο και την υλοποίηση τακτικών δοκιμών ελέγχου απάτης με κόστος EUR 46 000 ετησίως.
|
Τύπος |
Παράδειγμα υπολογισμών |
|---|---|
|
Ποσό σε κίνδυνο Υπολογισμός ή εκτίμηση του ποσού σε κίνδυνο |
Επιχειρηματικός αντίκτυπος: 1 380 ευρώ ανά θύμα για την αποκατάσταση ταυτοτήτων (κοινοποίηση, έκδοση νέων αναγνωριστικών στοιχείων και εφαρμογή συνεχών δικλείδων προστασίας) Αντίκτυπος θύματος: EUR 990 ανά θύμα και 34 ώρες ανά θύμα για την αποκατάσταση της ζημίας |
|
Πιθανότητα κινδύνου Υπολογίστε την πιθανότητα να προκύψει παραβίαση με τους τρέχοντες ελέγχους |
Ο κίνδυνος αυτή τη στιγμή εμφανίζεται μία φορά κάθε 5 ημέρες (73 παραβιάσεις ταυτότητας ταυτότητας κατά το προηγούμενο έτος) |
|
Τρέχων ετήσιος κίνδυνος |
Συνολικός ετήσιος επιχειρηματικός αντίκτυπος EUR 100 740 (ετήσιος αντίκτυπος EUR 134 320 για τα θύματα και 2 482 ώρες αποκατάστασης ή EUR 35 450 παραγωγικού χρόνου) Συνολικός ετήσιος αντίκτυπος θυμάτων: EUR 169 770 |
|
Αντίκτυπος επένδυσης Προσδιορίστε τον αντίκτυπο της επένδυσης |
Η πιθανότητα κινδύνου μειώνεται κατά 10% ετησίως σε διάστημα 5 ετών. Προσδιορίστε τον αντίκτυπο της επένδυσης |
|
Αξία αντικτύπου Υπολογίστε τον αντίκτυπο της επένδυσης στον τρέχοντα ετήσιο κίνδυνο |
Έτος 1 - εξοικονόμηση επιχειρηματικού αντικτύπου ύψους EUR 10 070 ευρώ και εξοικονόμηση αντικτύπου για τα θύματα EUR 16 980 ευρώ Έτος 2 - EUR 20 150 και EUR 33 950 Έτος 3 - EUR 30 220 και EUR 50 930 Έτος 4 - EUR 40 300 και EUR 67 910 Έτος 5 - EUR 50 370 και EUR 84 880 |
|
Συνολικό κόστος άνω των 5 ετών: |
EUR 230 000 |
|
Αξία αντικτύπου πάνω από 5 έτη: |
|
|
Απόδοση του δείκτη επένδυσης: |
1,77 |
Πηγή: Προσαρμογή από: (International Public Sector Fraud Forum, 2023[19])
Αξιολόγηση της λογικής (Θεωρία της Αλλαγής) πίσω από τη στρατηγική καταπολέμησης της απάτης
Η εξέταση της υποκείμενης Θεωρίας Αλλαγής (TOC) κατά τη διεξαγωγή αξιολογήσεων των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης είναι καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση των κενών στον σχεδιασμό της παρέμβασης που μπορεί να έχουν υπονομεύσει τη σημασία της, όπως το κατά πόσο οι δράσεις στο πλαίσιο της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης είναι κατάλληλες για το συγκεκριμένο φορέα, ρεαλιστικές ή αντιστοιχούν σε εντοπισμένες ανάγκες και προκλήσεις (OECD, 2021[1]). Συνεπώς, οι αξιολογητές θα πρέπει να εξετάζουν κατά πόσο οι υποκείμενες παραδοχές σχετικά με το γιατί οι στόχοι και τα μέτρα μιας στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης θα οδηγήσουν στα επιθυμητά αποτελέσματα είναι έγκυρες (π.χ. «η υλοποίηση εκστρατειών επικοινωνίας για μέτρα κατά της απάτης που απευθύνονται στους δικαιούχους των κονδυλίων της ΕΕ θα συμβάλει στην καλλιέργεια νοοτροπίας ακεραιότητας, ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εμπιστοσύνη στη διαχείριση των πόρων» ή «η ενσωμάτωση εργαλείων ΤΠ και αυτοματοποίησης θα συμβάλει στην επίτευξη ενισχυμένης προληπτικής ανίχνευσης απάτης». Μια στρατηγική καταπολέμησης της απάτης που δεν έχει τις ρίζες της στην ανάλυση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την ενεργοποίηση της αλλαγής κατά μήκος της αιτιώδους διαδρομής (π.χ. αναγκαίοι πόροι ή πολιτική βούληση) δεν μπορεί να οδηγήσει στα επιθυμητά αποτελέσματα, απαιτώντας τροποποιημένα μέτρα και/ή στόχους (Johnsøn, 2012[20]). Όταν μια στρατηγική καταπολέμησης της απάτης δεν διαθέτει Θεωρία Αλλαγής (TOC), οι αξιολογητές θα πρέπει να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές καταπολέμησης της απάτης για την ανακατασκευή ή την άρθρωση της Θεωρίας Αλλαγής (TOC) πριν από την έναρξη της αξιολόγησης.
Πλαίσιο 2.6. Θεωρία αλλαγής στην ΕΣΚΑ/NAFS του Μαυροβουνίου (2019-2022)
Copy link to Πλαίσιο 2.6. Θεωρία αλλαγής στην ΕΣΚΑ/NAFS του Μαυροβουνίου (2019-2022)Μια ex post αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε από την Ελληνική Εθνική Αρχή Διαφάνειας για την ΕΣΚΑ/NAFS του Μαυροβουνίου για την περίοδο 2019-2022 περιελάμβανε ερωτήματα αξιολόγησης σχετικά με τη θεωρία αλλαγής και τη λογική παρέμβασης. Η αξιολόγηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο σχεδιασμός και η εφαρμογή της στρατηγικής θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την υιοθέτηση μιας σαφέστερης και πιο συγκεκριμένης θεωρίας αλλαγής, συμπεριλαμβανομένων των απαραίτητων πόρων και εισροών, επιθυμητών αποτελεσμάτων, ανάλυσης των βασικών ενδιαφερόμενων μερών, των δραστηριοτήτων που θα οδηγήσουν στα αποτελέσματα, των αιτιωδών διαδρομών μεταξύ αποτελεσμάτων και δραστηριοτήτων, των δεικτών και του υποκείμενου σκεπτικού. Η αξιολόγηση τόνισε ότι η διαμόρφωση μιας σαφούς Θεωρίας Αλλαγής για την επόμενη στρατηγική περίοδο θα παρείχε ένα σαφές πλαίσιο για την αξιολόγηση των οροσήμων και την παρακολούθηση της προόδου κατά την υλοποίηση και παρακολούθηση της ΕΣΚΑ/NAFS συμπεριλαμβανομένου του προγραμματισμού των αναγκαίων πόρων.
2.3. Διακυβέρνηση και θεσμικές ευθύνες για την αξιολόγηση
Copy link to 2.3. Διακυβέρνηση και θεσμικές ευθύνες για την αξιολόγησηΟι αξιολογήσεις πρέπει να διεξάγονται με ορθό τρόπο και να είναι τεχνικά και μεθοδολογικά άρτιες. Ο σχολαστικός σχεδιασμός αξιολόγησης, η ισχυρή συλλογή δεδομένων και οι κατάλληλες αναλυτικές μέθοδοι, υποστηριζόμενες από επαρκείς πόρους, αποτελούν απαραίτητα στοιχεία για την αποκόμιση αξιόπιστων διδαγμάτων. Ταυτόχρονα, οι αξιολογήσεις λαμβάνουν χώρα μέσα σε ένα πολιτικό πλαίσιο στο οποίο διάφοροι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επιδιώξουν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.
Για να γίνει καλύτερα κατανοητό αυτό, είναι χρήσιμο να γίνει διάκριση μεταξύ τριών τύπων χρήσης:
Συμβολική ή επιχειρηματολογική χρήση: Τα αποτελέσματα λαμβάνονται για να δικαιολογήσουν ή να νομιμοποιήσουν μια προϋπάρχουσα θέση, χωρίς να την αλλάξουν
Εννοιολογική χρήση: Τα αποτελέσματα συμβάλλουν στη βελτίωση της κατανόησης ή στην αλλαγή της αντίληψης του υπό αξιολόγηση θέματος
Εργαλειακή χρήση: Οι συστάσεις επικαιροποιούν την λήψη αποφάσεων και οδηγούν σε απτές αλλαγές στην πολιτική ή στο πρόγραμμα που αξιολογούνται, για παράδειγμα, στην ανακατανομή κεφαλαίων μετά από ελλιπή απόδοση (OECD, 2020[17])
Θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για να μεγιστοποιηθεί η πιθανότητα εργαλειακής χρήσης και να διασφαλιστεί ότι η διεργασία αξιολόγησης είναι όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι δεν είναι ποτέ εντελώς ουδέτερη ή απόλυτα πλήρης. Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία ενσωμάτωσης πολλαπλών προοπτικών και προσοχής κατά τη γενίκευση των συμπερασμάτων. (OECD, 2020[17]).
2.3.1. Εξωτερική και/ή ανεξάρτητη αξιολόγηση
Η ανεξαρτησία είναι σημαντική για την αντικειμενικότητα και την ενίσχυση της αξιοπιστίας (OECD, 2017[16]). Υπάρχουν πολλά δομικά μοντέλα που θα μπορούσαν να τεθούν σε εφαρμογή για να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία. Για παράδειγμα, οι κυβερνήσεις μπορούν να αναθέτουν αξιολογήσεις σε τρίτους, όπως μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ). Ανάλογα με το πλαίσιο και τον τομέα πολιτικής, αυτά μπορεί να είναι μικρές, τοπικές, ΜΚΟ της κοινωνίας των πολιτών ή εξειδικευμένες μονάδες από διεθνείς οργανισμούς που μπορούν να ελέγχουν στρατηγικές για τον τομέα τεχνογνωσίας τους. Σε άλλες περιπτώσεις, μια μονάδα αξιολόγησης βρίσκεται εντός μιας υπηρεσίας ή ενός υπουργείου. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου η αξιολόγηση είναι ευθύνη ενός ξεχωριστού οργανισμού. Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα κάθε επιλογής θα πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, καθώς τα συστήματα που βασίζονται αποκλειστικά σε ανεξάρτητες αξιολογήσεις (δηλαδή εξωτερικές της μονάδας) καθιστούν δύσκολη τη χρήση εσωτερικής τεχνογνωσίας, η οποία μπορεί να δημιουργεί προκλήσεις στην κατανόηση του πλαισίου. Υπάρχει επίσης πιθανότητα η χρήση μιας εξωτερικής οντότητας, όπως μιας ΜΚΟ, να συνεπάγεται πρόσθετες δαπάνες.
2.3.2. Η θεσμοθέτηση των αξιολογήσεων
Η διακυβέρνηση των αξιολογήσεων πολιτικής διαμορφώνεται από δύο βασικά στοιχεία: το υποκείμενο νομικό πλαίσιο και την κατανομή των λειτουργιών και των αρμοδιοτήτων αξιολόγησης σε όλα τα κυβερνητικά όργανα. (OECD, 2020[17]). Όσον αφορά το νομικό πλαίσιο, υπάρχουν διάφορες διευθετήσεις που επιβάλλουν τη χρήση ανεξάρτητων αξιολογήσεων για την υποστήριξη σχεδιασμού μελλοντικών πολιτικών. Για παράδειγμα, η Έρευνα του ΟΟΣΑ για την Αξιολόγηση Πολιτικής 2018 διαπίστωσε ότι 29 από τις 42 χώρες είχαν δημιουργήσει μια νομική βάση αξιολόγησης της πολιτικής (OECD, 2020[3]). Αυτό μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, συμπεριλαμβανομένων συνταγματικών απαιτήσεων για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας ορισμένων ή όλων των δημόσιων πολιτικών (π.χ. Κολομβία, Κόστα Ρίκα, Γαλλία, Ελβετία)· μπορεί επίσης να είναι πρωτογενής νομοθεσία που διέπει ειδικά τις αξιολογήσεις πολιτικής, όπως στην Ιαπωνία ή τη Νότια Κορέα· ή να είναι δευτερογενής νομοθεσία ή εκτελεστικές πράξεις που παρέχουν λεπτομερέστερα πλαίσια πολιτικής, όπως στην Αργεντινή, τη Βραζιλία, το Καζακστάν, τη Νορβηγία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία. Εκτός από την πρόβλεψη υποχρεωτικών αξιολογήσεων πολιτικής, τα νομικά πλαίσια συχνά αναθέτουν θεσμικές ευθύνες για την αξιολόγηση και θεσπίζουν πρότυπα προώθησης αποτελεσματικής χρήσης και ποιότητας των αξιολογήσεων. Τα πρότυπα αυτά καλύπτουν συνήθως τόσο τις μεθοδολογικές πτυχές όσο και τις πτυχές της διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της δεοντολογικής συμπεριφοράς, της συμμετοχής των ενδιαφερομένων μερών, της υποβολής εκθέσεων και της χρήσης των ευρημάτων στη διαμόρφωση πολιτικής. Σύμφωνα με την έρευνα του ΟΟΣΑ 2018 για την Αξιολόγηση της Πολιτικής, 31 χώρες είχαν θεσπίσει ανάλογες κατευθυντήριες γραμμές για να υποστηρίξουν την εφαρμογή της αξιολόγησης της πολιτικής σε συνολικό κυβερνητικό επίπεδο (OECD, 2020[3]).
Οι χώρες χρησιμοποιούν επίσης μια σειρά μηχανισμών για να εξασφαλίσουν την ποιότητα στις κυβερνητικές αξιολογήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα τεχνικά πρότυπα όσο και τη χρηστή διακυβέρνηση. Οι μηχανισμοί αυτοί περιλαμβάνουν διατάξεις που ορίζονται σε νομικά πλαίσια ή πλαίσια πολιτικής, διακυβερνητικές κατευθυντήριες γραμμές αξιολόγησης της πολιτικής, απαιτήσεις επάρκειας για αξιολογητές, εσωτερικές ή εξωτερικές αξιολογήσεις από ομότιμους και συστηματικές μετα-αξιολογήσεις. Όπου είναι διαθέσιμα, τα εθνικά μέσα τυποποίησης των ορθών πρακτικών χρησιμεύουν ως πολύτιμοι πόροι. Παραδείγματα είναι τα βιβλία Magenta, Green και Aqua που καθοδηγούν τους αξιολογητές στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οδηγίες που καθορίζονται στον Νόμο-Πλαίσιο της Νότιας Κορέας για την Αξιολόγηση Απόδοσης της Κυβέρνησης και τα πρότυπα συλλογής δεδομένων που καθορίζονται σε επίσημα έγγραφα στη Γαλλία και στη Νορβηγία (OECD, 2020[17]). Για τις ορθές πρακτικές που προκύπτουν από συγκρίσεις μεταξύ χωρών, η καθοδήγηση που αναπτύχθηκε από διεθνείς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο INTOSAI (Διεθνής Οργανισμός Ανώτατων Ελεγκτικών Θεσμών) και ο ΟΟΣΑ, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατα δημοσιευμένης Εργαλειοθήκης Eφαρμογής της Σύστασης για την Αξιολόγηση Δημόσιων Πολιτικών μπορούν επίσης να παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες (OECD, 2025[22]).
Οι πρακτικές σχετικά με τις θεσμικές αρμοδιότητες αξιολόγησης πολιτικής ποικίλλουν μεταξύ των χωρών. Παρ 'όλα αυτά, η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθεισών χωρών ανέφερε τουλάχιστον έναν φορέα με αρμοδιότητες για αξιολογήσεις σε επίπεδο κυβέρνησης. Οι φορείς στους οποίους ανατίθενται συνήθως αυτές οι αρμοδιότητες, κατά σειρά συχνότητας, είναι:
το Κέντρο Διακυβέρνησης (Προεδρία, Γραφείο Πρωθυπουργού, ή ισοδύναμο)
το Υπουργείο Οικονομικών ή ισοδύναμο
το Υπουργείο Μεταρρύθμισης του Δημόσιου Τομέα ή ισοδύναμο, ή ένας αυτόνομος φορέας
Το Υπουργείο Σχεδιασμού και Ανάπτυξης ή ισοδύναμο
Θεσμικές ευθύνες αξιολόγησης των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης
Με βάση τις γενικές αρχές διακυβέρνησης της αξιολόγησης και τις θεσμικές ευθύνες, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ποιοι παράγοντες θα πρέπει να είναι υπεύθυνοι για την αξιολόγηση των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης. Η λειτουργία συντονισμού της υλοποίησης και παρακολούθησης της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης, όπως η AFCOS στα κράτη μέλη της ΕΕ, θα ήταν κατάλληλη για τον συντονισμό των αξιολογήσεων στρατηγικής, δεδομένης της συνολικής επισκόπησης των δραστηριοτήτων καταπολέμησης της απάτης, της πρόσβασης σε σχετικά δεδομένα και της συμμετοχής των βασικών ενδιαφερόμενων φορέων σε όλα τα κυβερνητικά όργανα.
Επιπλέον, οι χώρες μπορούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να εξουσιοδοτήσουν έναν κεντρικό φορέα με πρωταρχική ευθύνη να συντονίζει και να εποπτεύει τη διαδικασία αξιολόγησης. Ένας κεντρικός φορέας θα μπορούσε να εξασφαλίσει ότι οι σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τη συνολική κατάσταση υλοποίησης της στρατηγικής συγκεντρώνονται και αναλύονται από κοινού για να διαμορφωθεί ολοκληρωμένη και συνεκτική εικόνα που θα διευκολύνει την λήψη αποφάσεων, την επικοινωνία και θα παρέχει κίνητρα βελτίωσης μέσω συγκριτικής αξιολόγησης. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης θα μπορούσαν να συζητηθούν στο πλαίσιο της AFCOS για την λήψη αποφάσεων σχετικά με το εάν ή πώς θα αναθεωρηθεί η στρατηγική καταπολέμησης της απάτης, με επακόλουθη έγκριση από τα ανώτατα εκτελεστικά όργανα, όπως το Υπουργικό Συμβούλιο. Έχοντας υπόψη αυτό και τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, οι αξιολογήσεις στρατηγικής, ή μέρη της διεργασίας μπορούν επίσης να ανατεθούν σε εξωτερικούς συνεργάτες. Η επιλογή της διενέργειας εσωτερικής αξιολόγησης ή μέσω εξωτερικού παρόχου εξαρτάται από το σκοπό της αξιολόγησης και τους διαθέσιμους πόρους, αλλά εν ολίγοις, οι εσωτερικές αξιολογήσεις μπορούν να προωθήσουν έναν υψηλότερο οργανωτικό αυτοπροβληματισμό και να οδηγήσουν σε σχετικά διδάγματα, ενώ μια εξωτερική αξιολόγηση μπορεί να παρέχει μια πιο αντικειμενική αξιολόγηση από εξωτερικούς και ανεξάρτητους αξιολογητές (OECD, 2020[23]) .
Πλαίσιο 2.7. Παραδείγματα χωρών όπου ένας κεντρικός φορέας ηγείται της εφαρμογής, παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων για τις στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης και της διαφθοράς
Copy link to Πλαίσιο 2.7. Παραδείγματα χωρών όπου ένας κεντρικός φορέας ηγείται της εφαρμογής, παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων για τις στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης και της διαφθοράςΠορτογαλία
Στην εθνική στρατηγική της Πορτογαλίας για την καταπολέμηση της απάτης 2023-2027, σύμφωνα με το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 5/2023, της 25ης Ιανουαρίου, η Ελεγκτική Αρχή IGF είναι επιφορτισμένη με τον συντονισμό της επεξεργασίας πληροφοριών σχετικά με τις αναφορές παρατυπιών και την άσκηση των άλλων εξουσιών που απορρέουν από τον ορισμό της ως πορτογαλικής AFCOS, συμπεριλαμβανομένης της ηγεσίας κατάρτισης, συντονισμού και εφαρμογής της εθνικής στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Ρουμανία
Η εθνική στρατηγική της Ρουμανίας για την καταπολέμηση της απάτης 2023-2027 ορίζει το Τμήμα για την καταπολέμηση της απάτης (DLAF) ως υπηρεσία συντονισμού καταπολέμησης της απάτης στο πλαίσιο της σχετικής στρατηγικής. Με την αρμοδιότητα αυτή, η DLAF έχει την υποχρέωση να αναπτύξει, να συντονίσει και να εφαρμόσει τη στρατηγική.
Λετονία
Αρμόδιο για το Σχέδιο Δράσης Πρόληψης και Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Λετονίας 2023-2025, είναι το Γραφείο Πρόληψης και Καταπολέμησης της Διαφθοράς (KNAB) και έχει την ευθύνη συνολικής εφαρμογής του σχεδίου δράσης για την καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς και για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων που ορίζονται στο σχέδιο δράσης. Οι φορείς υλοποίησης υποβάλλουν στο KNAB πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο και τα αποτελέσματα της εκτέλεσης των καθηκόντων τους, ενώ η KNAB υποβάλλει ετήσια αξιολόγηση της υλοποίησης του Σχεδίου Δράσης.
Βουλγαρία
Στο πλαίσιο ΕΣΚΑ/NAFS της Βουλγαρίας για την περίοδο 2021-2027, η Διεύθυνση AFCOS εκτελεί δραστηριότητες ελέγχου, πληροφοριών και συντονισμού που σχετίζονται με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και ενεργεί ως υπηρεσία συντονισμού κατά της απάτης για την ΕΣΚΑ/NAFS. Ενώ η Διεύθυνση AFCOS συντονίζει την εφαρμογή της ΕΣΚΑ/NAFS, ανέθεσε την ενδιάμεση αξιολόγηση στον ΟΟΣΑ μέσω του Μέσου Τεχνικής Υποστήριξης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η ομάδα του ΟΟΣΑ συνεργάστηκε στενά με τις Βουλγαρικές αρχές καταπολέμησης της απάτης για τη συλλογή ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων αξιολόγησης απόδοσης της ΕΣΚΑ/NAFS σε σχέση με τα κριτήρια αξιολόγησης ΕΑΒ. Η ενδιάμεση αξιολόγηση κατέληξε σε μια έκθεση ευρημάτων της ενδιάμεσης αξιολόγησης και μια έκθεση σχετικά με τις συστάσεις ανάπτυξης μιας επικαιροποιημένης ΕΣΚΑ/NAFS.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
[5] ACFE (2024), Occupational Fraud 2024: A Report to the Nations, Association of Certified Fraud Examiners, https://www.acfe.com/-/media/files/acfe/pdfs/rttn/2024/2024-report-to-the-nations.pdf (accessed on 13 October 2025).
[4] Better Evaluation (2025), Rainbow Framework, https://www.betterevaluation.org/frameworks-guides/rainbow-framework (accessed on 16 April 2026).
[14] BetterEvaluation (2025), Compare results to the counterfactual, https://www.betterevaluation.org/frameworks-guides/rainbow-framework/understand-causes/compare-results-counterfactual (accessed on 20 April 2026).
[25] Corruption Prevention and Combating Bureau of Latvia (2023), The Corruption Prevention and Combating Action Plan 2023-2025, https://www.knab.gov.lv/en/media/3900/download?attachment (accessed on 3 July 2025).
[26] Council of Ministers (2020), National Strategy for Preventing and Combating Irregularities and Fraud Affecting the Financial Interests of the European Union over the period 2021-2027.
[2] European Commission (2016), Guidelines on National Anti-Fraud Strategies, European Commission, European Anti-Fraud Office (OLAF), https://sfc.ec.europa.eu/sites/default/files/EN-ORI-General%20Guidelines%20on%20National%20Anti-Fraud%20Strategies%20ARES(2016)6943965.pdf (accessed on 15 November 2024).
[7] Georgieva-Andonovska, E. (2016), Monitoring and Evaluation of Anticorruption Action Plans, World Bank, https://documents1.worldbank.org/curated/en/129401593200074880/pdf/Monitoring-and-Evaluation-M-E-of-Anti-Corruption-Action-Plans.pdf (accessed on 22 March 2026).
[21] Government of Montenegro (2024), Evaluation Report - NAFS 2019-2022, https://www.gov.me/en/documents/ea9e1c1f-b917-431f-9a15-3b0fe11e1836.
[24] Government of Romania (2023), “National Strategy of December 14, 2023 anti-fraud measures for the protection of the European Union’s financial interests in Romania, 2023-2027”, Official Gazette no. 1.114 bis of December 13, 2023, https://legislatie.just.ro/Public/DetaliiDocumentAfis/277523 (accessed on 2 July 2025).
[13] International Public Sector Fraud Forum (2026), Forthcoming Fraud Prevention Savings Framework.
[12] International Public Sector Fraud Forum (2025), Fraud Loss Measurement Framework, https://www.gov.uk/government/publications/international-public-sector-fraud-forum-guidance/fraud-loss-measurement-framework-html (accessed on 16 October 2025).
[19] International Public Sector Fraud Forum (2023), Fraud Control Testing Framework (FCTF-01), https://www.counterfraud.gov.au/sites/default/files/2023-11/IPSFF-Fraud-Control-Testing-Framework-FCTF-01.PDF (accessed on 21 March 2026).
[20] Johnsøn, J. (2012), “Theories of change in anti-corruption work: A tool for programme design and evaluation”, U4 Anti-Corruption Resource Centre, Chr. Michelsen Institute.
[8] Johnsøn, J. (2011), “How to Monitor and Evaluate Anti-Corruption Agencies: Guidelines for Agencies, Donors, and Evaluators”, U4 Anti-corruption Resource Centre 8, https://www.u4.no/publications/how-to-monitor-and-evaluate-anti-corruption-agencies-guidelines-for-agencies-donors-and-evaluators-2.pdf (accessed on 22 March 2026).
[22] OECD (2025), Implementation Toolkit for the OECD Recommendation on Public Policy Evaluation, OECD Public Governance Reviews, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/77faa4fe-en.
[1] OECD (2021), Applying Evaluation Criteria Thoughtfully, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/543e84ed-en.
[10] OECD (2020), Countering Fraud in Social Benefit Programmes: Taking Stock of Current Measures and Future Directions, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/71df2657-en.
[3] OECD (2020), How Can Governments Leverage Policy Evaluation to Improve Evidence Informed Policy Making?, OECD, Paris, https://www.google.com/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=&ved=2ahUKEwi5ttvc4KGVAxUnV6QEHYaBKTMQFnoECA0QAQ&url=https%3A%2F%2Flegalinstruments.oecd.org%2Fapi%2Fdownload%2F%3Furi%3D%2Fprivate%2Ftemp%2F7ecfe9af-5b05-4992-9a10-ebdc45a944a8.pdf%26name%3Dpo (accessed on 12 March 2026).
[17] OECD (2020), Improving Governance with Policy Evaluation: Lessons From Country Experiences, OECD Public Governance Reviews, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/89b1577d-en.
[23] OECD (2020), OECD Public Integrity Handbook, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/ac8ed8e8-en.
[16] OECD (2017), Monitoring and Evaluating Integrity Policies, Working Party of Senior Public Integrity Officials GOV/PGC/INT(2017) Vol. 4, Paris.
[18] Partnership for Economic Inclusion (2022), PEI Impact Evaluation Workshop – Moving Economic Inclusion to Scale, The World Bank, https://thedocs.worldbank.org/en/doc/51cd983ef9c3e14ad79e75729c9cb8e6-0050022022/original/5-Ag-Ignite-Session-Premand.pdf.
[15] Peiffer, C. and N. Cheeseman (2023), “Message misunderstood: Why raising awareness of corruption can backfire”, U4 Brief, U4 Anti-Corruption Resource Centre, Chr. Michelsen Institute.
[6] Presidency of the Council of Ministers and Finance in Portugal (2023), National Anti-Fraud Strategy under European Funds 2023-2027, https://portugal2030.pt/wp-content/uploads/sites/3/2023/07/despacho7833_2023.pdf (accessed on 2 July 2025).
[11] U.S. Government Accountability Office (2026), Combating Fraud: Approaches to Evaluate Effectiveness and Demonstrate Integrity, https://www.gao.gov/assets/gao-26-107609.pdf (accessed on 21 January 2026).
[9] UK National Audit Office (2025), Estimating and reporting fraud and error in annual reports and accounts, https://www.nao.org.uk/wp-content/uploads/2025/02/estimating-and-reporting-fraud-and-error.pdf (accessed on 17 October 2025).