Το παρόν κεφάλαιο εξετάζει αναλυτικά τον ρόλο των δράσεων ευαισθητοποίησης στην καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών. Εξηγεί ότι οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να συμβάλουν στον σχεδιασμό διαγωνισμών ώστε να περιορίζουν εξαρχής τον κίνδυνο συμπράξεων. Μπορούν επίσης να ενισχύσουν την αναφορά πιθανών παραβάσεων της νομοθεσίας. Το κεφάλαιο προσδιορίζει τα βασικά ακροατήρια των δράσεων ευαισθητοποίησης, δηλαδή τα στελέχη προμηθειών, τους ελεγκτές που εξετάζουν διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων, τους φορείς που διερευνούν υποθέσεις απάτης και διαφθοράς, τους δικαστικούς λειτουργούς και τον ιδιωτικό τομέα. Περιγράφει επίσης τις σημαντικότερες μορφές και θεματικές των δράσεων ευαισθητοποίησης που μπορούν να στηρίξουν και να ενθαρρύνουν εθνικές πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης. Οι δράσεις αυτές θα πρέπει να καλύπτουν βασικές πτυχές της νόθευσης διαγωνισμών, όπως οι προειδοποιητικές ενδείξεις, καθώς και ευρύτερες πτυχές της εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού, όπως τα προγράμματα επιείκειας, οι μηχανισμοί ανώνυμης παροχής πληροφοριών και το δικαίωμα αξίωσης αποζημίωσης για ζημία που προκαλείται από παράνομες συμπράξεις νόθευσης διαγωνισμών.
Καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών στις δημόσιες συμβάσεις στην Αυστρία, τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Κύπρο, την Ελλάδα και τη Ρουμανία
2. Καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών μέσω δράσεων ευαισθητοποίησης
Copy link to 2. Καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών μέσω δράσεων ευαισθητοποίησηςΠερίληψη
Η πρώτη ενότητα του παρόντος κεφαλαίου εισάγει την έννοια της ευαισθητοποίησης σε θέματα ανταγωνισμού και την αλληλεπίδρασή της με την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού. Στη συνέχεια, επικεντρώνεται στις δράσεις ευαισθητοποίησης στο πλαίσιο της νόθευσης διαγωνισμών, προσδιορίζοντας τις σημαντικότερες μορφές τους και τα στοχευμένα ακροατήρια.
2.1. Οι δράσεις ευαισθητοποίησης ως βασικό στοιχείο της συμμόρφωσης με το δίκαιο του ανταγωνισμού
Copy link to 2.1. Οι δράσεις ευαισθητοποίησης ως βασικό στοιχείο της συμμόρφωσης με το δίκαιο του ανταγωνισμούΟι δράσεις ευαισθητοποίησης είναι καίριας σημασίας για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών, τόσο για την πρόληψη των συμπράξεων όσο και για τη διευκόλυνση του εντοπισμού τους. Κατ’ αρχάς, οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να προλαμβάνουν συμπεριφορές σύμπραξης, προωθώντας μέτρα για τον σχεδιασμό διαγωνισμών που μειώνουν τον κίνδυνο δημιουργίας καρτέλ. Αυτό απαιτεί γνώση των χαρακτηριστικών της νόθευσης διαγωνισμών, των συνθηκών της αγοράς που διευκολύνουν τις συμπράξεις και των στρατηγικών σχεδιασμού διαγωνισμών που ενισχύουν τη συμμετοχή των προσφερόντων. Παράλληλα, οι δράσεις ευαισθητοποίησης ενισχύουν τον εντοπισμό ύποπτων πρακτικών, δίνοντας τη δυνατότητα στους δημόσιους λειτουργούς (συμπεριλαμβανομένων των στελεχών προμηθειών, των ελεγκτών, των εισαγγελικών αρχών και της αστυνομίας κατά του οικονομικού εγκλήματος) να αναγνωρίζουν τις ενδείξεις σύμπραξης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και να τις αναφέρουν στην αρμόδια αρχή ανταγωνισμού. Σε έννομες τάξεις όπου σπανίζουν οι αιτήσεις υπαγωγής σε προγράμματα επιείκειας, ο εντοπισμός των συμπράξεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την επαγρύπνηση των δημόσιων λειτουργών και την αναφορά υπονοιών στην αρμόδια αρχή.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης σε θέματα ανταγωνισμού ορίζονται συνήθως ως «οι δραστηριότητες που αναπτύσσει η αρχή ανταγωνισμού σχετικά με την προώθηση ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος για τις οικονομικές δραστηριότητες, με μέσα που δεν συνδέονται με την επιβολή της νομοθεσίας, κυρίως μέσω των σχέσεών της με άλλους κρατικούς φορείς και με την αύξηση της ευαισθητοποίησης του κοινού ως προς τα οφέλη του ανταγωνισμού» (ICN, 2002[1]).
Ο ορισμός αυτός αναδεικνύει δύο συμπληρωματικές διαστάσεις των δράσεων ευαισθητοποίησης σε θέματα ανταγωνισμού. Αφενός, οι ενδοκυβερνητικές δράσεις ευαισθητοποίησης απευθύνονται σε άλλους κλάδους και επίπεδα διακυβέρνησης. Αφετέρου, οι δράσεις για την καλλιέργεια κουλτούρας ανταγωνισμού αποσκοπούν στην ενίσχυση της κατανόησης και της στήριξης των ανταγωνιστικών αγορών σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο (OECD, 2010[2]).
Οι δράσεις για την καλλιέργεια κουλτούρας ανταγωνισμού αποσκοπούν στην αύξηση της ευαισθητοποίησης του κοινού, των καταναλωτών, της ακαδημαϊκής κοινότητας, της κοινωνίας των πολιτών και της επιχειρηματικής κοινότητας σχετικά με τα οφέλη του ανταγωνισμού και την ανάγκη συμμόρφωσης με τους κανόνες του. Ειδικότερα, οι δράσεις ευαισθητοποίησης που απευθύνονται στις επιχειρήσεις αποσκοπούν στην ενημέρωσή τους σχετικά με την ορθή εφαρμογή και τη συμμόρφωση με το δίκαιο του ανταγωνισμού. Οι πρωτοβουλίες αυτές συνήθως αξιοποιούν εργαλεία επικοινωνίας, όπως δημόσιες εκστρατείες, προβολή στα μέσα ενημέρωσης, δημοσίευση οδηγιών ή ανοιχτές επιμορφωτικές εκδηλώσεις. Αντίθετα, οι ενδοκυβερνητικές δράσεις ευαισθητοποίησης επικεντρώνονται στην παροχή συμβουλών σε δημόσιους φορείς (στο επίπεδο της εκτελεστικής, της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας, καθώς και σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο) σχετικά με το πώς οι πολιτικές και οι διαδικασίες μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τον ανταγωνισμό και πώς οι επιπτώσεις τους μπορούν να περιοριστούν στο ελάχιστο (OECD, 2010[2]). Αυτό το είδος δράσεων ευαισθητοποίησης τείνει να είναι πιο σύνθετο, δεδομένων των διαφορετικών θεσμικών αρμοδιοτήτων, των περιορισμένων προϋπολογισμών και της ανάγκης για διαρκή συνεργασία μεταξύ των αρχών. Μπορεί να περιλαμβάνει την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών ή συμβουλών σε ευαίσθητα ζητήματα, όπως εμπειρικές υποδείξεις για τον εντοπισμό της νόθευσης διαγωνισμών.
Οι ενδοκυβερνητικές δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να λαμβάνουν τόσο δημόσιο όσο και μη δημόσιο χαρακτήρα, με τη δημοσίευση κατευθυντήριων γραμμών για τις αναθέτουσες αρχές (δημόσιος χαρακτήρας) ή με εμπιστευτικές γνωμοδοτήσεις σχετικά με τον σχεδιασμό συγκεκριμένου διαγωνισμού (μη δημόσιος χαρακτήρας). Αντίθετα, οι δράσεις για την καλλιέργεια κουλτούρας ανταγωνισμού είναι σχεδόν πάντα δημόσιες, καθώς αποσκοπούν στην προσέγγιση της κοινωνίας στο σύνολό της, με χρήση εργαλείων επικοινωνίας όπως εκστρατείες ενημέρωσης, βίντεο ή σεμινάρια. Ο Πίνακας 2.1 παρουσιάζει τα διάφορα εργαλεία ευαισθητοποίησης και δείχνει πώς κάποια από αυτά, όπως οι κατευθυντήριες γραμμές, οι γνωμοδοτήσεις, τα εργαστήρια, τα μνημόνια συνεργασίας και οι εκστρατείες εντάσσονται τόσο στις ενδοκυβερνητικές δράσεις ευαισθητοποίησης όσο και στις δράσεις για την καλλιέργεια κουλτούρας ανταγωνισμού, ανάλογα με το αν έχουν δημόσιο ή μη δημόσιο χαρακτήρα.
Πίνακας 2.1. Δράσεις ευαισθητοποίησης σε θέματα ανταγωνισμού για την αντιμετώπιση της νόθευσης διαγωνισμών: Κατηγορίες και παραδείγματα
Copy link to Πίνακας 2.1. Δράσεις ευαισθητοποίησης σε θέματα ανταγωνισμού για την αντιμετώπιση της νόθευσης διαγωνισμών: Κατηγορίες και παραδείγματα|
Ενδοκυβερνητικές δράσεις ευαισθητοποίησης |
Δράσεις για την καλλιέργεια κουλτούρας ανταγωνισμού |
|
|---|---|---|
|
Δημόσιες δράσεις ευαισθητοποίησης |
Εργαστήρια και ανάπτυξη ικανοτήτων για τις αναθέτουσες αρχές |
Εκστρατείες ενημέρωσης μέσω βίντεο σχετικά με τη νόθευση διαγωνισμών |
|
Κατευθυντήριες γραμμές για τον σχεδιασμό διαγωνισμών (π.χ. διαχωρισμός σε τμήματα) ή τον εντοπισμό νόθευσης διαγωνισμών (π.χ. προειδοποιητικές ενδείξεις) για τις αναθέτουσες αρχές |
Εργαστήρια για τον ιδιωτικό τομέα (π.χ. επιχειρηματικές ενώσεις) |
|
|
Δημοσίευση κοινών γνωμοδοτήσεων με τις αναθέτουσες αρχές |
Κατευθυντήριες γραμμές για τον ιδιωτικό τομέα (π.χ. σχετικά με τη χρήση προγραμμάτων επιείκειας) |
|
|
Μη δημόσιες δράσεις ευαισθητοποίησης |
Γνωμοδοτήσεις σχετικά με τον σχεδιασμό διαγωνισμών, κατόπιν αιτήματος των αναθετουσών αρχών |
- |
|
Γνωμοδοτήσεις σχετικά με τον αποκλεισμό ύποπτων προσφερόντων, κατόπιν αιτήματος των αναθετουσών αρχών |
||
|
Ομάδες εργασίας και ανταλλαγή προσωπικού |
Σημείωση: Οι δράσεις για την καλλιέργεια κουλτούρας ανταγωνισμού έχουν σχεδόν πάντα δημόσιο χαρακτήρα, καθώς απευθύνονται στην κοινωνία στο σύνολό της. Επομένως, η «μη δημόσια» διάσταση είναι περιορισμένη.
Πηγή: Υλικό του ΟΟΣΑ, βασισμένο στα πορίσματα του έργου και σε διεθνή παραδείγματα.
Η παρούσα έκδοση, όπως και το ευρύτερο έργο στο οποίο βασίζεται, καλύπτει όλα τα είδη δράσεων ευαισθητοποίησης που αναφέρθηκαν παραπάνω. Το έργο περιλάμβανε εργαστήρια που απευθύνονταν στον ιδιωτικό τομέα, σχετικά με την πρόληψη και την αναφορά περιστατικών νόθευσης διαγωνισμών, καθώς και τη σημασία της συμμόρφωσης με το δίκαιο του ανταγωνισμού. Ωστόσο, το έργο δίνει μεγαλύτερο βάρος στις ενδοκυβερνητικές δράσεις ευαισθητοποίησης, ιδίως σε σχέση με τα στελέχη δημοσίων συμβάσεων, τους δικαστές και τις λοιπές ελεγκτικές και διωκτικές αρχές. Οι φορείς αυτοί διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό, την εκτέλεση και τον έλεγχο των διαδικασιών δημοσίων συμβάσεων και, ως εκ τούτου, είναι απαραίτητοι για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης και η εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού αλληλοσυμπληρώνονται. Τα αποτελέσματα από την εφαρμογή του δικαίου μπορούν να τροφοδοτούν τα μηνύματα των δράσεων ευαισθητοποίησης, ενώ οι πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης μπορούν να ανοίγουν τον δρόμο για τη διεξαγωγή ερευνών. Στο πεδίο της νόθευσης διαγωνισμών, οι δράσεις ευαισθητοποίησης που απευθύνονται σε δημόσιους φορείς συχνά αποσκοπούν στην προώθηση διαγωνιστικών διαδικασιών που ενισχύουν τον ανταγωνισμό και στη βελτίωση της συνεργασίας, δηλαδή σε τομείς που δεν συνδέονται άμεσα με την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού. Ωστόσο, μπορούν επίσης να ενισχύσουν τον εντοπισμό και την αναφορά προειδοποιητικών ενδείξεων στις αρχές ανταγωνισμού. Παράλληλα, ένα αξιόπιστο ιστορικό εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού μπορεί να ενισχύσει τα μηνύματα ευαισθητοποίησης που απευθύνονται στον ιδιωτικό τομέα, επισημαίνοντας με συγκεκριμένο τρόπο τους κινδύνους που συνεπάγονται οι αθέμιτες συμπράξεις και υπογραμμίζοντας τις κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης (OECD, 2010[2]).
Δεν υπάρχει μία καθολικά βέλτιστη ισορροπία μεταξύ των δράσεων ευαισθητοποίησης και της εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού. Οι αρχές ανταγωνισμού καθορίζουν τον κατάλληλο συνδυασμό δράσεων ευαισθητοποίησης και εφαρμογής του δικαίου, καθώς και τα μέτρα ευαισθητοποίησης που ανταποκρίνονται στην κοινωνία και την οικονομία τους, στη διαθεσιμότητα, στις προτεραιότητες και στους πόρους τους. Αρκετές μελέτες δείχνουν ότι η ισορροπία αυτή μπορεί να μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου και να προσαρμόζεται ανάλογα με το στάδιο της θεσμικής ανάπτυξης της αρχής ανταγωνισμού και το επίπεδο της κουλτούρας ανταγωνισμού στην οικεία έννομη τάξη (OECD, 2005[3]).
Γι’ αυτό και δεν υπάρχει κάποια απλή φόρμουλα για τον προσδιορισμό της βέλτιστης έκτασης των πρωτοβουλιών ευαισθητοποίησης. Οι αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να δίνουν προτεραιότητα σε παρεμβάσεις ευαισθητοποίησης που έχουν αντίκτυπο, οικονομική σημασία, πολιτική προβολή και μπορούν να υλοποιηθούν με τους πόρους που έχουν στη διάθεσή τους (OECD, 2005[3]).
Ο ΟΟΣΑ έχει αναδείξει διάφορες αρχές στις οποίες στηρίζεται η επιτυχία των δράσεων ευαισθητοποίησης στον δημόσιο τομέα (OECD, 2010[2]):
Υψηλού επιπέδου συμβουλές: προϋποθέτει επαρκή τεχνική εξειδίκευση, ειδική γνώση του οικείου τομέα και αξιοπιστία από την πλευρά της αρχής ανταγωνισμού.
Έγκαιρη παρέμβαση: οι συμβουλές είναι πιο αποτελεσματικές όταν παρέχονται σε πρώιμο στάδιο της διαμόρφωσης μιας πολιτικής ή της υλοποίησης ενός έργου (εδώ, της διαδικασίας δημοσίων συμβάσεων), πριν από τη λήψη των κύριων αποφάσεων.
Αμεροληψία και αντικειμενικότητα: πρέπει να γίνεται αντιληπτό ότι η αρχή παρέχει καθοδήγηση με βάση στοιχεία και νομικές αρχές – όχι θεσμικά συμφέροντα.
Προστιθέμενη αξία: νέες γνώσεις, δεδομένα ή αναλυτικές προσεγγίσεις μπορούν να εμπλουτίσουν τη διαδικασία χάραξης πολιτικής.
Εάν τηρηθούν αυτές οι αρχές, οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να αποτελέσουν καταλύτη και βασικό συμπλήρωμα της εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού.
Η νόθευση διαγωνισμών αποτελεί ιδιαίτερα πρόσφορο αντικείμενο για δράσεις ευαισθητοποίησης. Όπως εξηγήθηκε στο Κεφάλαιο 1, οι συμπράξεις στις δημόσιες συμβάσεις επιφέρουν υψηλό κόστος και υπονομεύουν την ορθή χρήση των δημοσίων πόρων. Αυτό καθιστά την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών πεδίο δράσης με πολιτική προβολή, το οποίο μπορεί να ενισχύσει τη θεσμική αξιοπιστία (τόσο της αρχής ανταγωνισμού όσο και των αναθετουσών αρχών) και να καλλιεργήσει εμπιστοσύνη στον κόσμο. Επιπλέον, οι δράσεις ευαισθητοποίησης σε αυτόν τον τομέα μπορεί να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, καθώς οι βασικοί εμπλεκόμενοι φορείς (όπως οι αναθέτουσες αρχές, οι εποπτικοί φορείς και οι δικαστικοί λειτουργοί) είναι σαφώς προσδιορισμένοι.
Πλαίσιο 2.1. Πολιτική προβολή της νόθευσης διαγωνισμών: η περίπτωση της Γαλλίας
Copy link to Πλαίσιο 2.1. Πολιτική προβολή της νόθευσης διαγωνισμών: η περίπτωση της ΓαλλίαςΤο 2025, η Γαλλική Γερουσία προέβη στη σύσταση κοινοβουλευτικής εξεταστικής επιτροπής με αντικείμενο το πραγματικό κόστος και τις λεπτομέρειες των δημοσίων συμβάσεων, καθώς και τον αντίκτυπό τους στη γαλλική οικονομία. Αν και η έρευνα εστίαζε αρχικά σε ευρύτερα ζητήματα οικονομικής κυριαρχίας και στήριξης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, ενσωμάτωσε συγκεκριμένα ζητήματα του δικαίου του ανταγωνισμού, κατόπιν εισήγησης της Γαλλικής Αρχής Ανταγωνισμού (ADLC) και της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, Κατανάλωσης και Καταπολέμησης της Απάτης. Οι εν λόγω φορείς, κυρίως μέσω της προφορικής παρέμβασης του Προέδρου της ADLC και γραπτών εισηγήσεων, συνέβαλαν ώστε η τελική έκθεση της Γερουσίας να περιλαμβάνει ειδική ενότητα για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών.
Η τελική έκθεση της Επιτροπής, η οποία εγκρίθηκε ομόφωνα τον Ιούλιο του 2025, περιλαμβάνει 67 συστάσεις, αρκετές από τις οποίες αφορούν άμεσα τις αντιανταγωνιστικές πρακτικές στις δημόσιες συμβάσεις. Οι συστάσεις 1-3 εστιάζουν στην ενίσχυση των εξουσιών έρευνας στο πλαίσιο αντιανταγωνιστικών πρακτικών, ενώ οι συστάσεις 61-65 αφορούν τη βελτίωση της πρόσβασης στα δεδομένα των δημοσίων συμβάσεων. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στη βελτίωση του εντοπισμού, της πρόληψης και της επιβολής κυρώσεων για τη νόθευση διαγωνισμών, υπογραμμίζοντας τη δέσμευση της Γαλλίας σε υψηλό πολιτικό επίπεδο για τη διασφάλιση της ακεραιότητας και του ανταγωνισμού στις δημόσιες συμβάσεις. Αυτό αντανακλά την αυξανόμενη προβολή της νόθευσης διαγωνισμών ως πολιτικού ζητήματος στη Γαλλία και δείχνει πώς οι κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες μπορούν να προωθήσουν την ενσωμάτωση ζητημάτων δικαίου του ανταγωνισμού στην εθνική πολιτική για τις δημόσιες συμβάσεις.
Πηγές: Le Sénat de France (2025[4]), Commission d’enquête sur les coûts et les modalités effectifs de la commande publique et la mesure de leur effet d’entraînement sur l’économie française, www.senat.fr/travaux-parlementaires/structures-temporaires/commissions-denquete/commission-denquete-sur-les-couts-et-les-modalites-effectifs-de-la-commande-publique-et-la-mesure-de-leur-effet-dentrainement-sur-leconomie-francaise.html.
Στον τομέα της νόθευσης διαγωνισμών, οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν, επομένως, να αποδώσουν σημαντικά οφέλη. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα οφέλη των δράσεων ευαισθητοποίησης δεν είναι μονόπλευρα. Οι αρχές ανταγωνισμού μπορούν να ανταλλάσσουν γνώσεις με άλλους δημόσιους φορείς. Ταυτόχρονα, όμως, αποκτούν και οι ίδιες καλύτερη εικόνα για τις δημόσιες συμβάσεις, κατανοούν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι αναθέτουσες αρχές και μαθαίνουν πώς να προσεγγίζουν άλλες ελεγκτικές και διωκτικές αρχές. Χάρη στα αμφίδρομα αυτά οφέλη, οι δράσεις ευαισθητοποίησης λειτουργούν ως διαδικασία αμοιβαίας μάθησης και ενισχύουν τη θεσμική ικανότητα όλων των εμπλεκόμενων μερών.
Και οι έξι αρχές ανταγωνισμού που συμμετέχουν στο παρόν έργο έχουν αναλάβει πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης που απευθύνονται σε διάφορα ακροατήρια, χρησιμοποιώντας διάφορα μέσα. Επίσης, διατηρούν κάποιας μορφής επίσημη ή άτυπη συνεργασία με αναθέτουσες αρχές και άλλους δημόσιους φορείς, η οποία μπορεί να συμβάλει στην επιτυχή υλοποίηση πρωτοβουλιών ευαισθητοποίησης. Το παρόν έργο επιδιώκει να αξιοποιήσει αυτές τις προσπάθειες, καλύπτοντας πιθανά κενά και προτείνοντας βελτιώσεις όπου κρίνεται απαραίτητο. Στις ενότητες που ακολουθούν περιγράφονται οι σημαντικότερες μορφές και τα μέσα ευαισθητοποίησης σχετικά με τη νόθευση διαγωνισμών, καθώς και τα κύρια ακροατήρια στα οποία θα πρέπει να απευθύνονται οι σχετικές δράσεις.
2.2. Βασικά ακροατήρια για τις δράσεις ευαισθητοποίησης σχετικά με τη νόθευση διαγωνισμών
Copy link to 2.2. Βασικά ακροατήρια για τις δράσεις ευαισθητοποίησης σχετικά με τη νόθευση διαγωνισμώνΕκτός από την επιλογή των κατάλληλων εργαλείων και μέσων ευαισθητοποίησης, οι αρχές ανταγωνισμού πρέπει να προσδιορίζουν και τις σχετικές ομάδες-στόχους των πρωτοβουλιών τους. Στην περίπτωση της νόθευσης διαγωνισμών, το φάσμα των εμπλεκόμενων φορέων περιλαμβάνει δημόσιους και ιδιωτικούς παράγοντες που συμμετέχουν σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας δημοσίων συμβάσεων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα στελέχη δημοσίων συμβάσεων που σχεδιάζουν διαγωνισμούς και αναθέτουν συμβάσεις, οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε διαγωνισμούς, οι ελεγκτές που ελέγχουν διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων και δημόσιες δαπάνες, οι φορείς που ερευνούν πιθανές υποθέσεις απάτης και διαφθοράς, οι φορείς εποπτείας των δημοσίων συμβάσεων που εκδίδουν κατευθυντήριες γραμμές (π.χ. σχετικά με τον αποκλεισμό από διαγωνισμούς), και οι δικαστές, τόσο εκείνοι που ελέγχουν αποφάσεις των αρχών ανταγωνισμού όσο και εκείνοι που εκδικάζουν αγωγές αποζημίωσης από αναθέτουσες αρχές που έχουν υποστεί ζημία. Η παρούσα ενότητα εξετάζει καθεμία από αυτές τις ομάδες και εξηγεί γιατί αποτελούν τα βασικά ακροατήρια για τις δράσεις ευαισθητοποίησης σε θέματα ανταγωνισμού.
2.2.1. Αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις
Οι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις αποτελούν τον βασικό αποδέκτη των δράσεων ευαισθητοποίησης σε θέματα ανταγωνισμού σχετικά με τη νόθευση διαγωνισμών. Γνωρίζουν τις συνθήκες και τη δυναμική της αγοράς, τα μοτίβα συμμετοχής σε διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων (ή τυχόν ασυνήθιστες προσφορές), την ταυτότητα των δυνητικών και πραγματικών προσφερόντων, τις τιμές των προσφορών και τις τεχνικές προσφορές. Οι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις έχουν συνήθως καλή γνώση του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων. Ωστόσο, ενδέχεται να έχουν περιορισμένη γνώση του δικαίου του ανταγωνισμού ή των κινδύνων και των προειδοποιητικών ενδείξεων σύμπραξης σε δημόσιους διαγωνισμούς.
Ως εκ τούτου, η εκπαίδευση των αρμόδιων για τις δημόσιες συμβάσεις, ώστε να είναι σε θέση να εντοπίζουν προειδοποιητικές ενδείξεις και συνήθεις μορφές σύμπραξης, καθώς και να αναφέρουν υπόνοιες στην αρχή ανταγωνισμού, είναι ουσιώδης για την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού. Εξίσου σημαντικό είναι να δίνονται απαντήσεις στις απορίες και τις αμφιβολίες τους και να αποσαφηνίζεται η διαδικασία που πρέπει να ακολουθούν. Για παράδειγμα, στα εργαστήρια που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του παρόντος έργου, πολλά στελέχη εξέφρασαν αβεβαιότητα σχετικά με τις συνέπειες της αναφοράς μια πιθανής σύμπραξης. Ειδικότερα, διερωτήθηκαν αν μια τέτοια ενέργεια θα οδηγούσε στην αναστολή ή την ακύρωση εν εξελίξει διαγωνιστικών διαδικασιών. Οι πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης θα μπορούσαν να αποσαφηνίσουν ότι οι έρευνες των αρχών ανταγωνισμού μπορούν να διεξάγονται εκ των υστέρων -μετά την ανάθεση της σύμβασης- και ότι η συνεργασία με τις αρχές ανταγωνισμού δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την αναστολή των εν εξελίξει διαγωνισμών.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης που απευθύνονται στους αρμόδιους για τις δημόσιες συμβάσεις δεν περιορίζονται στην ενημέρωση, καθώς θέτουν τις βάσεις για αποτελεσματική συνεργασία με τις αρχές ανταγωνισμού (η οποία εξετάζεται στο Κεφάλαιο 3). Εφόσον οι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις κατανοήσουν πώς να εντοπίζουν και να αναφέρουν υπόνοιες, η δομημένη συνεργασία μπορεί να διασφαλίσει την ορθή διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης που απευθύνονται στους αρμόδιους για τις δημόσιες συμβάσεις θα πρέπει επίσης να καλύπτουν τον σχεδιασμό των διαγωνισμών σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Οι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις διαθέτουν ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς τη διάρθρωση των διαγωνισμών. Θα πρέπει να αποκτήσουν τις δεξιότητες που χρειάζονται για να κατανοούν πώς οι επιλογές τους στον σχεδιασμό των διαγωνισμών μπορούν να επηρεάσουν τον κίνδυνο σύμπραξης, καθώς και τι πρέπει να κάνουν και τι να αποφεύγουν.
2.2.2. Ιδιωτικός τομέας
Οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε διαγωνισμούς δημοσίων συμβάσεων αποτελούν βασικό αποδέκτη των δράσεων ευαισθητοποίησης σχετικά με τη νόθευση διαγωνισμών, ιδίως προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πρακτικές σύμπραξης δεν εκλαμβάνονται εσφαλμένα ως νόμιμη επιχειρηματική συμπεριφορά. Οι δράσεις ευαισθητοποίησης που απευθύνονται στον ιδιωτικό τομέα μπορούν να ανατρέψουν αυτές τις αντιλήψεις, διευκρινίζοντας ότι η νόθευση διαγωνισμών έχει σοβαρές νομικές συνέπειες. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι κυρώσεις, ο ενδεχόμενος αποκλεισμός από διαγωνισμούς, οι αγωγές αποζημίωσης από τα θύματα συμπράξεων (όπως οι αναθέτουσες αρχές που κατέβαλαν διογκωμένες τιμές λόγω της σύμπραξης) και η βλάβη στη φήμη τους. Μέσω των δράσεων ευαισθητοποίησης, οι επιχειρήσεις μπορούν επίσης να κατανοήσουν καλύτερα τις εξουσίες επιβολής του νόμου που διαθέτει η αρχή, καθώς και διαδικασίες όπως οι αιφνιδιαστικοί επιτόπιοι έλεγχοι και τα αιτήματα παροχής πληροφοριών.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης που απευθύνονται στον ιδιωτικό τομέα μπορούν να παρέχουν εποικοδομητική καθοδήγηση σχετικά με την εξασφάλιση της συμμόρφωσης των εταιρειών, καθώς και να παρουσιάζουν προγράμματα που βοηθούν τις επιχειρήσεις να καλλιεργήσουν μια κουλτούρα ακεραιότητας, να εντοπίζουν συμπεριφορές υψηλού κινδύνου στο εσωτερικό τους και να προλαμβάνουν παραβάσεις. Η καθοδήγηση θα πρέπει να απευθύνεται σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που έχουν περιορισμένη ή μηδενική δυνατότητα εφαρμογής ολοκληρωμένων προγραμμάτων συμμόρφωσης.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν επίσης να ενημερώνουν τους συμμετέχοντες στην αγορά σχετικά με τα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους για να αποχωρούν από αθέμιτες συμπράξεις και να συνεργάζονται με τις αρχές επιβολής του δικαίου του ανταγωνισμού. Αυτό περιλαμβάνει την ενημέρωση των εταιρειών σχετικά με τα οφέλη και τις προϋποθέσεις των προγραμμάτων διευθέτησης και επιείκειας, καθώς και σχετικά με τον ρόλο των διαδικασιών διευθέτησης στην αντιμετώπιση των συμπράξεων. Περιλαμβάνει επίσης τα κανάλια ανώνυμης πληροφόρησης που επιτρέπουν σε πρόσωπα τα οποία δεν εμπλέκονται σε συμπράξεις να αναφέρουν τις υπόνοιές τους στην αρχή ανταγωνισμού. Οι δράσεις ευαισθητοποίησης που απευθύνονται στον ιδιωτικό τομέα μπορούν επίσης να βοηθούν τις επιχειρήσεις να εντοπίζουν πιθανές συμπράξεις στις δημόσιες συμβάσεις σε γειτονικές ή συναφείς αγορές, όπως συμπεριφορές στις οποίες εμπλέκονται άλλες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά ή συνδέονται μέσω σχέσεων εφοδιασμού σε ανάντη ή κατάντη επίπεδο, και να ενθαρρύνουν την αναφορά πιθανών αντιανταγωνιστικών συμπεριφορών στις αρχές ανταγωνισμού. Σε μικρότερες ή πιο συγκεντρωμένες αγορές, όπου οι επιχειρήσεις διατηρούν συχνά στενούς κοινωνικούς ή επαγγελματικούς δεσμούς, ο φόβος διατάραξης των σχέσεων μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την υποβολή αίτησης επιείκειας. Ωστόσο, οι εμπιστευτικές πλατφόρμες ανώνυμης πληροφόρησης για τρίτους ενδέχεται να αποδειχθούν αποτελεσματικές.
Ένα χρήσιμο θέμα για τις δράσεις ευαισθητοποίησης είναι η διάκριση μεταξύ νόμιμης επιχειρηματικής συνεργασίας και παράνομης σύμπραξης. Σε πολλές δικαιοδοσίες, η νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, μορφές συνεργασίας κατά την υποβολή προσφορών, όπως η υποβολή κοινών προσφορών ή η υπεργολαβία. Οι συνεργασίες αυτές ενδέχεται να εγείρουν ζητήματα ανταγωνισμού εάν συγκαλύπτουν συντονισμό μεταξύ ανεξάρτητων ανταγωνιστών. Οι δράσεις ευαισθητοποίησης θα πρέπει να παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με το πότε επιτρέπεται η συνεργασία και πότε ενδέχεται να συνιστά παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού.
Η αποτελεσματικότητα των δράσεων ευαισθητοποίησης που απευθύνονται στον ιδιωτικό τομέα εξαρτάται τόσο από το περιεχόμενο που παρουσιάζεται όσο και από τον τρόπο με τον οποίο αυτό μεταδίδεται. Η εμπειρία από τα εργαστήρια που υλοποιήθηκαν στο πλαίσιο του παρόντος έργου δείχνει ότι οι εταιρείες ανταποκρίνονται θετικότερα σε πρακτικές και διαδραστικές μορφές παρουσίασης παρά σε νομικές ή θεωρητικές παρουσιάσεις. Τα παραδείγματα από πραγματικές υποθέσεις και οι ασκήσεις προσομοίωσης ρόλων ενισχύουν την κατανόηση και την ενεργή συμμετοχή των εκπαιδευόμενων.
2.2.3. Δικαστές
Οι δικαστές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην επιβολή του δικαίου του ανταγωνισμού και αποτελούν βασικό αποδέκτη των δράσεων ευαισθητοποίησης σχετικά με την καταπολέμηση των συμπράξεων στις δημόσιες συμβάσεις. Στις περισσότερες δικαιοδοσίες του ΟΟΣΑ, οι αρχές ανταγωνισμού εκδίδουν αποφάσεις που υπόκεινται σε έλεγχο από διοικητικά δικαστήρια ή δικαστήρια γενικής δικαιοδοσίας (OECD, 2019[5]). Σε άλλες δικαιοδοσίες, οι αρχές πρέπει να εισάγουν τις υποθέσεις είτε ενώπιον εξειδικευμένου είτε ενώπιον τακτικού δικαστηρίου, το οποίο εκδίδει την απόφαση σε πρώτο βαθμό. Τα συστήματα αυτά είναι γνωστά, αντίστοιχα, ως διοικητικά συστήματα και ως δικαστικά συστήματα επιβολής. Από τις έξι συμμετέχουσες χώρες στο παρόν έργο, η Αυστρία είναι η μόνη που διαθέτει δικαστικό σύστημα επιβολής, στο πλαίσιο του οποίου η Ομοσπονδιακή Αρχή Ανταγωνισμού της Αυστρίας (AFCA) εισάγει τις υποθέσεις της ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου για υποθέσεις συμπράξεων.
Ο δικαστικός έλεγχος είναι απαραίτητος για τη διασφάλιση της ορθότητας και της αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων της επιβολής της νομοθεσίας. Οι υποθέσεις συμπράξεων, όπως και οι υποθέσεις νόθευσης διαγωνισμών, συχνά εμπεριέχουν έννοιες που οι δικαστές πιθανώς δεν συναντούν τακτικά κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να συμβάλουν στην εξοικείωση των δικαστών με τα κριτήρια εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού, τα είδη και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων σε υποθέσεις συμπράξεων, καθώς και τις διαδικασίες έρευνας που ακολουθούν οι αρχές ανταγωνισμού. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να βελτιωθεί ο δικαστικός χειρισμός των υποθέσεων που σχετίζονται με συμπράξεις και, τελικά, να ενισχυθεί η επιβολή του δικαίου του ανταγωνισμού.
Η δικαστική ανεξαρτησία μπορεί να περιορίζει τον βαθμό στον οποίο οι δικαστές είναι δεκτικοί σε επαφές ή επιμόρφωση από φορείς της εκτελεστικής εξουσίας (συμπεριλαμβανομένων των αρχών ανταγωνισμού). Πράγματι, οι δικαστές ενδέχεται να είναι επιφυλακτικοί απέναντι στην επιμόρφωση από τις ίδιες αρχές των οποίων τις αποφάσεις θα κληθούν να ελέγξουν. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί να είναι πιο αποδεκτή η διεξαγωγή ενός εκπαιδευτικού προγράμματος μεταξύ ομοτίμων, όπως η επιμόρφωση από έμπειρους εθνικούς δικαστές ή δικαστές της ΕΕ, ή μέσω ανεξάρτητων δικαστικών ακαδημιών.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης που απευθύνονται σε δικαστές οι οποίοι εκδικάζουν αγωγές αποζημίωσης θα πρέπει να εστιάζουν στην αποδεικτική ισχύ των τελεσίδικων αποφάσεων διαπίστωσης παράβασης, στην ποσοτικοποίηση της ζημίας, καθώς και στη δυνατότητα άσκησης τόσο παρεπόμενων όσο και αυτοτελών αγωγών αποζημίωσης.
2.2.4. Λοιπές ελεγκτικές και διωκτικές αρχές
Εκτός από τους αρμόδιους για τις δημόσιες συμβάσεις, τον ιδιωτικό τομέα και τους δικαστικούς λειτουργούς, οι δράσεις ευαισθητοποίησης σχετικά με τη νόθευση διαγωνισμών μπορούν επίσης να απευθύνονται σε μια ευρύτερη κατηγορία δημόσιων φορέων, οι οποίοι στην παρούσα έκδοση αναφέρονται ως λοιπές ελεγκτικές και διωκτικές αρχές. Παρότι οι δημόσιοι αυτοί φορείς δεν επιβάλλουν το δίκαιο του ανταγωνισμού, ενδέχεται να αντιληφθούν συμπεριφορές ή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με παράνομες συμπράξεις στις δημόσιες συμβάσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι κρατικοί ελεγκτικοί φορείς, η αστυνομία κατά του οικονομικού εγκλήματος, οι εισαγγελικές αρχές, οι φορολογικές αρχές και οι φορείς καταπολέμησης της διαφθοράς.
Οι φορείς αυτοί συχνά δραστηριοποιούνται σε προγενέστερο στάδιο από τις αρχές ανταγωνισμού ή παράλληλα με αυτές. Οι ελεγκτικοί φορείς, για παράδειγμα, ενδέχεται να εντοπίσουν ύποπτα μοτίβα υποβολής προσφορών ή ασυνήθιστες τιμολογιακές αποκλίσεις, κατά τον έλεγχο της χρήσης δημόσιων πόρων. Οι εισαγγελικές αρχές και η οικονομική αστυνομία μπορεί να ανακαλύψουν πρακτικές σύμπραξης στο πλαίσιο ερευνών για διαφθορά και απάτη. Οι συμπράξεις και η διαφθορά συχνά συνυπάρχουν και τροφοδοτούν η μία την άλλη. Αυτό ισχύει ιδίως στις δημόσιες συμβάσεις, όπου δημόσιοι λειτουργοί μπορεί να διαμορφώνουν τους όρους των διαγωνισμών κατά τρόπο που ευνοεί συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή να βοηθούν τα μέλη μιας σύμπραξης να ελέγχουν αν τηρούνται οι μεταξύ τους παράνομες συμφωνίες. Για τον λόγο αυτό, όλοι οι σχετικοί φορείς πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τη νόθευση διαγωνισμών και να γνωρίζουν πώς να αναφέρουν τα ευρήματά τους στην αρμόδια εθνική αρχή ανταγωνισμού και, παράλληλα, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εφεξής η «Επιτροπή»), εγκαίρως και σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές απαιτήσεις.
Υπό αυτήν την έννοια, οι δράσεις ευαισθητοποίησης που απευθύνονται στις λοιπές ελεγκτικές και διωκτικές αρχές αποτελούν ένα πρώτο βήμα προς τη συνεργασία. Παρέχοντας στους ελεγκτικούς φορείς, τις εισαγγελικές αρχές ή τους φορείς καταπολέμησης της διαφθοράς τις γνώσεις που απαιτούνται για τον εντοπισμό προειδοποιητικών ενδείξεων, οι αρχές δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών και την ανάληψη κοινής δράσης, ζητήματα που εξετάζονται στο Κεφάλαιο 3.
Πλαίσιο 2.2. Συνεργασία με τις λοιπές ελεγκτικές και διωκτικές αρχές στην πράξη: οι αποφάσεις στις υποθέσεις του καρτέλ Εξωτικών Φρούτων και της Ships Waste Oil Collector
Copy link to Πλαίσιο 2.2. Συνεργασία με τις λοιπές ελεγκτικές και διωκτικές αρχές στην πράξη: οι αποφάσεις στις υποθέσεις του καρτέλ Εξωτικών Φρούτων και της Ships Waste Oil CollectorΗ έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην υπόθεση του καρτέλ Εξωτικών Φρούτων υπογραμμίζει τη σημασία της αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού και των λοιπών ελεγκτικών και διωκτικών αρχών. Στην υπόθεση αυτή, τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την κίνηση και την υποστήριξη της διαδικασίας της Επιτροπής για παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού προήλθαν από άλλη ποινική έρευνα των ιταλικών φορολογικών αρχών. Τα στοιχεία αυτά, τα οποία είχαν αποκτηθεί νόμιμα βάσει του εθνικού δικαίου και διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή, συνέβαλαν στη στοιχειοθέτηση της παράβασης λόγω σύμπραξης.
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) επιβεβαίωσε το παραδεκτό των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων. Έκρινε ότι, βάσει του άρθρου 12 του Κανονισμού 1/2003, οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ αρχών επιβολής (ανεξαρτήτως του αν είχαν συλλεχθεί για άλλους σκοπούς), μπορούν να χρησιμοποιηθούν εγκύρως σε έρευνες για παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η διαβίβασή τους συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του εθνικού δικαίου. Αυτό το δικαστικό προηγούμενο αναδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης συνεργασίας με άλλες αρχές επιβολής, οι οποίες ενδέχεται να εντοπίσουν ενδείξεις σύμπραξης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) επιβεβαίωσε την προσέγγιση αυτή, με την απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του 2025 στην υπόθεση Ships Waste Oil Collector B.V. κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών. Η υπόθεση αφορούσε τη διαβίβαση δεδομένων από τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, τα οποία είχαν συλλεχθεί νομίμως στο πλαίσιο ποινικών ερευνών, στην ολλανδική αρχή ανταγωνισμού, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε μη συναφείς διοικητικές έρευνες για καθορισμό τιμών. Οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι η χρήση των δεδομένων που είχαν προκύψει «παρεμπιπτόντως» σε διοικητικές διαδικασίες ανταγωνισμού παραβίασε τα δικαιώματά τους βάσει του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα σεβασμού της αλληλογραφίας. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης, καταλήγοντας στα εξής:
Οι διαβιβάσεις ήταν νόμιμες, επιδίωκαν νόμιμο σκοπό (την οικονομική ευημερία της χώρας) και ήταν αναγκαίες.
Το εθνικό νομικό πλαίσιο (συμπεριλαμβανομένου του εκ των υστέρων δικαστικού ελέγχου) παρείχε επαρκείς εγγυήσεις.
Η απουσία προηγούμενης δικαστικής άδειας ή αναλυτικής αιτιολογίας στη διάταξη διαβίβασης του εισαγγελέα δεν καθιστούσε τη διαδικασία παράνομη, δεδομένης της ύπαρξης αποτελεσματικού εκ των υστέρων δικαστικού ελέγχου.
Πηγή: EUR-Lex (2015[6]), Judgement of the General Court (Second Chamber) of 16 June 2015. FSL Holdings and Others v European Commission, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:62011TJ0655.
ECHR (2025[7]), Ships Waste Oil Collector B.V. and Others v. the Netherlands [GC] – 2799/16, 2800/16, 3124/16 et al., https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=002-14445.
2.3. Μορφές και μηχανισμοί ευαισθητοποίησης για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών
Copy link to 2.3. Μορφές και μηχανισμοί ευαισθητοποίησης για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμώνΟι δράσεις ευαισθητοποίησης για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών μπορούν να λάβουν πολλές μορφές, οι οποίες λειτουργούν και συμπληρωματικά μεταξύ τους. Στην παρούσα ενότητα εξετάζονται ορισμένες από τις σημαντικότερες μορφές δράσεων για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών, οι σκοποί για τους οποίους μπορούν να χρησιμοποιηθούν, καθώς και οι απαιτούμενοι πόροι.
2.3.1. Κατευθυντήριες γραμμές και γνωμοδοτήσεις
Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι γνωμοδοτήσεις αποτελούν μία από τις συνηθέστερες μορφές ευαισθητοποίησης που χρησιμοποιούν οι αρχές ανταγωνισμού (OECD, 2024[8]). Και τα δύο αυτά είδη εγγράφων αποσκοπούν στην αποσαφήνιση των νομικών κριτηρίων και στην ενίσχυση της διαφάνειας, εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο η αρχή ανταγωνισμού ερμηνεύει και εφαρμόζει τον νόμο (OECD, 2024[8]). Συχνά παραπέμπουν στη σχετική νομοθεσία, νομολογία ή σε διοικητικές αποφάσεις και παρέχουν πρακτικά ή υποθετικά παραδείγματα για την επεξήγηση των κριτηρίων επιβολής του νόμου. Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι γνωμοδοτήσεις παρέχουν χρήσιμη καθοδήγηση στους δημόσιους λειτουργούς, τις επιχειρήσεις και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τη συμμόρφωση με τους κανόνες ανταγωνισμού (UNCTAD, 2012[9]).
Στο πλαίσιο της νόθευσης διαγωνισμών, οι κατευθυντήριες γραμμές αποτελούν αποτελεσματικό εργαλείο ευαισθητοποίησης, το οποίο μπορεί να εξυπηρετεί πολλαπλούς σκοπούς. Συνήθως, οι κατευθυντήριες γραμμές αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο η αρχή ερμηνεύει και εφαρμόζει το δίκαιο του ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο της νόθευσης διαγωνισμών, μπορούν να βοηθήσουν τους δημόσιους λειτουργούς και τους συμμετέχοντες στην αγορά να κατανοήσουν τους κινδύνους των αθέμιτων συμπράξεων. Επίσης, αποσαφηνίζουν ποιες μορφές συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων ενδέχεται να είναι νόμιμες ή παράνομες. Επιπλέον, υποστηρίζουν τον εντοπισμό παραβάσεων, αναδεικνύοντας ύποπτα μοτίβα υποβολής προσφορών και προειδοποιητικές ενδείξεις στις δημόσιες συμβάσεις. Τέλος, λειτουργούν ως κίνητρο για τη συμμόρφωση των εταιρειών και συνδέουν τις νομικές απαιτήσεις με την καθημερινή πρακτική των δημόσιων συμβάσεων. Η διαδικασία κατάρτισης των κατευθυντήριων γραμμών και διαβούλευσης επ’ αυτών λειτουργεί επίσης ως δράση ευαισθητοποίησης, μέσω της συνεργασίας με εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη.
Και οι έξι αρχές ανταγωνισμού που συμμετέχουν στο παρόν έργο έχουν αναπτύξει τέτοια εργαλεία, προσαρμοσμένα στις ανάγκες των στελεχών που είναι αρμόδια για τις δημόσιες συμβάσεις αλλά και άλλων σχετικών αποδεκτών. Στην Αυστρία, η Ομοσπονδιακή Αρχή Ανταγωνισμού (AFCA) επικαιροποίησε το 2022 τις κατευθυντήριες γραμμές της για το πρόγραμμα επιείκειας1, παρουσιάζοντας στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη διαδικασία και τα οφέλη του προγράμματος. Στην Κροατία, η Επιτροπή Ανταγωνισμού (CCA) δημοσίευσε το 2016 έναν πρακτικό οδηγό για να συνδράμει τις αναθέτουσες αρχές στον εντοπισμό και την αναφορά συμπράξεων νόθευσης διαγωνισμών.2 Στη Βουλγαρία, η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (CPC) εξέδωσε το 2020 αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές, προκειμένου να αποτυπώσει τις αλλαγές στην εθνική και ενωσιακή νομοθεσία, καθώς και τις συστάσεις του ΟΟΣΑ.3 Οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού της Βουλγαρίας (CPC) παρέχουν λεπτομερείς ενδείξεις αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς, περιγράφουν παράγοντες κινδύνου κατά τον σχεδιασμό των διαγωνισμών και υπογραμμίζουν την υποχρέωση των αναθετουσών αρχών (βάσει της εθνικής νομοθεσίας) να αναφέρουν υπόνοιες σύμπραξης. Στην Κύπρο, η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ) εξέδωσε το 2017 ένα εγχειρίδιο για τον εντοπισμό και την πρόληψη των συμπράξεων στις δημόσιες συμβάσεις, το οποίο συνοδεύτηκε από ενημερωτικά σεμινάρια. Στην Ελλάδα, η Επιτροπή Ανταγωνισμού (ΕΑ) επικαιροποίησε τον οδηγό της το 2022, ώστε να περιλαμβάνει παραδείγματα, καταλόγους σημείων ελέγχου και επισκόπηση του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου και των σχετικών κυρώσεων.4 Στη Ρουμανία, το Συμβούλιο Ανταγωνισμού (RCC) δημοσίευσε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον εντοπισμό και την αποτροπή της νόθευσης διαγωνισμών,5 την υποβολή προσφορών από ενώσεις οικονομικών φορέων6 και τον διαχωρισμό των προσφορών σε τμήματα.7
Πλαίσιο 2.3. Οι κατευθυντήριες γραμμές ως βασικό εργαλείο ευαισθητοποίησης για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών: η περίπτωση της Ισπανίας
Copy link to Πλαίσιο 2.3. Οι κατευθυντήριες γραμμές ως βασικό εργαλείο ευαισθητοποίησης για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών: η περίπτωση της ΙσπανίαςΣτην Ισπανία, η Εθνική Επιτροπή Αγορών και Ανταγωνισμού (CNMC) εξέδωσε το 2025 κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την προετοιμασία και τον σχεδιασμό των δημόσιων διαγωνισμών, με στόχο την υποστήριξη των αναθετουσών αρχών. Οι κατευθυντήριες γραμμές εξηγούν πώς πρέπει να σχεδιάζονται οι διαγωνιστικές διαδικασίες ώστε να ευνοούν τον ανταγωνισμό. Περιλαμβάνουν συστάσεις σχετικά με τον διαχωρισμό των συμβάσεων σε τμήματα, την αξιοποίηση διαβουλεύσεων με την αγορά και τα κριτήρια συμμετοχής μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές αναγνωρίζουν ότι ο σχεδιασμός των διαδικασιών δημόσιων συμβάσεων μπορεί είτε να αποτρέπει είτε να διευκολύνει τις συμπράξεις.
Το συγκεκριμένο παράδειγμα αναδεικνύει τη σημασία των κατευθυντήριων γραμμών ως εργαλείου ευαισθητοποίησης που μπορεί να βοηθήσει τους δημόσιους λειτουργούς να βελτιώσουν τον σχεδιασμό των δημόσιων συμβάσεων και να τις καταστήσουν λιγότερο ευάλωτες σε συμπράξεις.
Πηγή: CNMC (2025[10]), Guía sobre la Preparación y Diseño de las Licitaciones Públicas (G-2023-01), https://www.cnmc.es/expedientes/g-2023-01.
Οι γνωμοδοτήσεις που εκδίδουν οι αρχές ανταγωνισμού συμπληρώνουν τις κατευθυντήριες γραμμές, παρέχοντας πιο στοχευμένες συμβουλές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γνωμοδοτήσεις αυτές δημοσιεύονται από κοινού με άλλους δημόσιους φορείς (όπως οι αρχές δημόσιων συμβάσεων), για την προώθηση μιας ενιαίας προσέγγισης σε επίπεδο δημόσιας διοίκησης, ως προς την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών. Η νόθευση διαγωνισμών συνδέεται τόσο με το δίκαιο του ανταγωνισμού όσο και με το δίκαιο των δημόσιων συμβάσεων. Υπό αυτό το πρίσμα, οι κοινές γνωμοδοτήσεις μπορούν να αποσαφηνίσουν πώς οι αποφάσεις που βασίζονται στο δίκαιο του ανταγωνισμού (όπως οι κυρώσεις για τη σύσταση σύμπραξης) αλληλεπιδρούν με μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο των δημόσιων συμβάσεων (όπως ο αποκλεισμός προσφερόντων, η αυτοκάθαρση ή οι υποχρεώσεις διαφάνειας).8 Αποτυπώνοντας μια κοινή θεσμική αντίληψη, οι κοινές γνωμοδοτήσεις ενισχύουν την ασφάλεια δικαίου και μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο αντιφατικών ερμηνειών, παρέχοντας εναρμονισμένη καθοδήγηση σχετικά με την εφαρμογή των σχετικών κανόνων. Το Πλαίσιο 2.4 δίνει ένα παράδειγμα από τη Ρουμανία.
Πλαίσιο 2.4. Κοινές γνωμοδοτήσεις αρχών ανταγωνισμού και αρχών δημόσιων συμβάσεων και παροχή συμβουλών για συγκεκριμένα ζητήματα: η περίπτωση της Ρουμανίας
Copy link to Πλαίσιο 2.4. Κοινές γνωμοδοτήσεις αρχών ανταγωνισμού και αρχών δημόσιων συμβάσεων και παροχή συμβουλών για συγκεκριμένα ζητήματα: η περίπτωση της ΡουμανίαςΤον Αύγουστο του 2020, το Συμβούλιο Ανταγωνισμού της Ρουμανίας (RCC) και η Εθνική Υπηρεσία Δημοσίων Συμβάσεων της Ρουμανίας (ANAP) εξέδωσαν κοινή γνωμοδότηση. Η γνωμοδότηση αποσαφήνισε τον τρόπο με τον οποίο οι αναθέτουσες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν την ύπαρξη λόγου αποκλεισμού και την επάρκεια των μέτρων αυτοκάθαρσης σε διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων, στις οποίες συμμετέχουν εταιρείες στις οποίες έχουν επιβληθεί πρόστιμα για παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού. Το ρουμανικό δίκαιο των δημόσιων συμβάσεων απαιτεί τον αποκλεισμό προσφερόντων που έχουν διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής σε πρακτικές σύμπραξης όπως η νόθευση διαγωνισμών. Ωστόσο, οι οικονομικοί φορείς μπορούν να αποφύγουν τον αποκλεισμό, εφόσον αποδείξουν ότι έχουν λάβει αποτελεσματικά μέτρα αυτοκάθαρσης που αποκαθιστούν την αξιοπιστία τους. Η κοινή γνωμοδότηση παρέχει καθοδήγηση σχετικά με τα είδη αποδεικτικών στοιχείων που μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστα και επαρκή για τον σκοπό αυτό.
Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση, οι οικονομικοί φορείς μπορούν να προσκομίζουν αποφάσεις του Συμβουλίου Ανταγωνισμού της Ρουμανίας (RCC) των τελευταίων τριών ετών, οι οποίες αποδεικνύουν τη συνεργασία τους στο πλαίσιο ερευνών. Μπορούν επίσης να αποδεικνύουν την εφαρμογή προγραμμάτων συμμόρφωσης ευθυγραμμισμένων με τις κατευθυντήριες γραμμές του RCC. Τα προγράμματα αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν συγκεκριμένα μέτρα για την πρόληψη μελλοντικών αντιανταγωνιστικών συμπεριφορών.
Η γνωμοδότηση τονίζει επίσης ότι οι αποφάσεις αποκλεισμού παραμένουν στη διακριτική ευχέρεια των αναθετουσών αρχών, οι οποίες οφείλουν να αξιολογούν την αναλογικότητα σε κάθε περίπτωση και μπορούν να ζητούν τη συνδρομή του RCC. Για να διευκολύνει αυτήν την αξιολόγηση, το RCC δημοσιεύει επικαιροποιημένο κατάλογο εταιρειών, στις οποίες είχαν επιβληθεί στο παρελθόν κυρώσεις για νόθευση διαγωνισμών. Ο κατάλογος αναφέρει επίσης αν οι εταιρείες αυτές συνεργάστηκαν με την αρχή ή αν εφάρμοσαν μέτρα συμμόρφωσης.
Αποσαφηνίζοντας από κοινού τη σχέση μεταξύ των κανόνων ανταγωνισμού και των κανόνων δημόσιων συμβάσεων, στο πλαίσιο του αποκλεισμού προσφερόντων, το RCC και η ANAP προωθούν τη συνεπή και αναλογική εφαρμογή του δικαίου.
Επιπλέον, οι αναθέτουσες αρχές της Ρουμανίας μπορούν, βάσει του άρθρου 167 παράγραφος 1 του Νόμου για τις Δημόσιες Συμβάσεις και του άρθρου 180 παράγραφος 1 του Νόμου για τις Συμβάσεις στους Τομείς Κοινής Ωφέλειας, να αποκλείουν προσφέροντες βάσει απόφασης του RCC με την οποία διαπιστώνεται παράβαση, χωρίς να απαιτείται έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Το RCC μπορεί να εκδίδει, κατόπιν αιτήματος, συμβουλευτικές γνωμοδοτήσεις, αξιολογώντας αν υπήρξε αθέμιτη σύμπραξη και εξετάζοντας την αξιοπιστία τυχόν μέτρων αυτοκάθαρσης. Οι γνωμοδοτήσεις αυτές δεν είναι δεσμευτικές, αλλά καθοδηγούν τις αναθέτουσες αρχές ως προς τη συμμόρφωση με τους κανόνες ανταγωνισμού και των δημόσιων συμβάσεων, με σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας.
Το 2024, πέντε από τις οκτώ έρευνες για νόθευση διαγωνισμών που διεξήγαγε το RCC ξεκίνησαν από αιτήματα αναθετουσών αρχών για παροχή συμβουλών.
Πηγή: RCC and ANAP (2021[11]), Opinie Comună, https://www.consiliulconcurentei.ro/wp-content/uploads/2020/08/Opinie-comuna-CC-ANAP.pdf.
Στις δικαιοδοσίες όπου η νόθευση διαγωνισμών συνιστά και ποινικό αδίκημα, μπορούν να συμμετέχουν και οι εισαγγελικές αρχές στις κοινές γνωμοδοτήσεις. Οι γνωμοδοτήσεις αυτές παρέχουν χρήσιμες διευκρινίσεις σχετικά με ζητήματα όπως η σχέση μεταξύ των ερευνών για παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού και των ποινικών ερευνών, η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem (ήτοι του δικαιώματος του προσώπου να μη διώκεται ούτε να τιμωρείται ποινικά δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης),9 καθώς και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρχών. Παράλληλα, μπορούν να συμβάλλουν στον συντονισμό των παράλληλων ενεργειών για την επιβολή του νόμου.
Οι αρχές ανταγωνισμού εκδίδουν γνωμοδοτήσεις και για συγκεκριμένες υποθέσεις ή ερωτήματα που τους απευθύνουν οι αναθέτουσες αρχές. Οι γνωμοδοτήσεις αυτές περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, συμβουλές σχετικά με τον σχεδιασμό συγκεκριμένου διαγωνισμού ή τον αποκλεισμό προσφέροντος για τον οποίο υπάρχουν υπόνοιες παράβασης. Συνήθως δεν δημοσιοποιούνται, αλλά αποτελούν σημαντικό μέσο ευαισθητοποίησης εντός της δημόσιας διοίκησης. Σχετικό παράδειγμα παρουσιάζεται στο Πλαίσιο 2.5 που ακολουθεί.
Πλαίσιο 2.5. Ορθές πρακτικές στον σχεδιασμό διαγωνισμών: ο συμβουλευτικός ρόλος της Εθνικής Επιτροπής Αγορών και Ανταγωνισμού (CNMC) της Ισπανίας
Copy link to Πλαίσιο 2.5. Ορθές πρακτικές στον σχεδιασμό διαγωνισμών: ο συμβουλευτικός ρόλος της Εθνικής Επιτροπής Αγορών και Ανταγωνισμού (CNMC) της ΙσπανίαςΗ Εθνική Επιτροπή Αγορών και Ανταγωνισμού (CNMC) της Ισπανίας παρέχει μη δεσμευτικό συμβουλευτικό έλεγχο επί σχεδίων τευχών διαγωνισμού (borradores de pliegos) που καταρτίζουν οι αναθέτουσες αρχές. Ο μηχανισμός αυτός επιτρέπει στους δημόσιους φορείς να συμβουλεύονται τη CNMC πριν από την προκήρυξη μεγάλων ή σύνθετων διαγωνισμών, βοηθώντας τους να εντοπίζουν στοιχεία του σχεδιασμού που ενδέχεται να περιορίζουν τον ανταγωνισμό ή να αυξάνουν τους κινδύνους σύμπραξης.
Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η έκθεση της CNMC του 2024, σχετικά με τα σχέδια τευχών διαγωνισμού για την κεντρική ανάθεση υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών της Γενικής Κρατικής Διοίκησης και άλλων δημόσιων φορέων. Η συγκεκριμένη σύμβαση εντάσσεται σε ένα μακροχρόνιο πρόγραμμα κεντρικής ανάθεσης, με υψηλή συνολική εκτιμώμενη αξία. Στην αξιολόγησή της, η CNMC διατύπωσε αναλυτικές συστάσεις για την ενίσχυση του ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένων των εξής:
διεξοδικότερη ανάλυση της αγοράς πριν από την έναρξη της διαδικασίας
αύξηση του αριθμού των τμημάτων, ώστε να προσελκύει ευρύτερο κύκλο προμηθευτών, ιδίως μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων
προσαρμογή των απαιτήσεων οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας και τεχνικής ικανότητας, ώστε να αποφεύγονται περιττοί φραγμοί εισόδου
διασφάλιση της διαφάνειας και της ισότιμης πρόσβασης όλων των δυνητικών προσφερόντων στις πληροφορίες
περιορισμός της βαρύτητας των υποκειμενικών κριτηρίων αξιολόγησης και βελτίωση της χρήσης αντικειμενικών τύπων βαθμολόγησης
ρητή ενημέρωση των προσφερόντων σχετικά με τις νομικές συνέπειες της αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης συνεργασίας με την αρχή ανταγωνισμού για την ενίσχυση του ανταγωνιστικού χαρακτήρα διαγωνιστικών διαδικασιών μεγάλης κλίμακας.
Πηγές: CNMC (n.d.[12]), Documentos de análisis sobre contratación pública, https://www.cnmc.es/impulsamos-la-competencia/contratacion-publica/informes-y-estudios-sobre-contratacion-publica.
CNMC (n.d.[13]), Informe sobre los Pliegos de Contratación de Servicios de Telecomunicaciones de la Administración General del Estado y Otras Entidades Públicas (Fase III), INF/CNMC/124/24, https://www.cnmc.es/sites/default/files/5678178.pdf.
2.3.2. Ανάπτυξη ικανοτήτων
Οι δράσεις ανάπτυξης ικανοτήτων, όπως τα εκπαιδευτικά προγράμματα και τα εργαστήρια, συμβάλλουν στην πρόληψη και τον εντοπισμό της νόθευσης διαγωνισμών. Οι πρωτοβουλίες αυτές μπορούν να απευθύνονται σε ευρύ φάσμα αποδεκτών (όπως εξηγείται στην Ενότητα 2.2), με διαφορετικούς εκπαιδευτικούς στόχους. Το περιεχόμενο, η μορφή και ο τρόπος διεξαγωγής των εργαστηρίων θα πρέπει να προσαρμόζονται στο προφίλ και τις ανάγκες του εκάστοτε ακροατηρίου, καθώς και στους διαθέσιμους πόρους. Στις ενότητες που ακολουθούν παρέχονται ειδικότερες κατευθύνσεις ανάλογα με το ακροατήριο.
Ο σχεδιασμός των εργαστηρίων θα πρέπει να ξεκινά με μια σαφή εικόνα του επιπέδου γνώσεων του ακροατηρίου, των εκπαιδευτικών στόχων και της επιθυμητής ισορροπίας μεταξύ θεωρίας και πράξης. Για παράδειγμα, τα εργαστήρια που απευθύνονται στους αρμόδιους για τις δημόσιες συμβάσεις επικεντρώνονται συνήθως στην ενίσχυση της ενημέρωσης σχετικά με τους κινδύνους νόθευσης διαγωνισμών, στην παροχή εργαλείων για τον περιορισμό των κινδύνων αυτών, μέσω του καλύτερου σχεδιασμού των διαγωνιστικών διαδικασιών, και στην ενίσχυση της ικανότητας εντοπισμού παράνομων συμπράξεων. Για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, η έμφαση μπορεί να μετατοπίζεται στους νομικούς κινδύνους, τις κυρώσεις, τα οφέλη της συνεργασίας με τις αρχές ανταγωνισμού και τον ρόλο των προγραμμάτων συμμόρφωσης για την πρόληψη του παράνομου συντονισμού.
Τα εργαστήρια είναι ο καλύτερος τρόπος για την παροχή εντατικής εκπαίδευσης σε σύντομο χρονικό διάστημα, την εισαγωγή βασικών εννοιών και την ενθάρρυνση της ανταλλαγής εμπειριών. Ωστόσο, δεν περιορίζονται στη μετάδοση γνώσεων αλλά δημιουργούν έναν χώρο άτυπης αλληλεπίδρασης και επαφής μεταξύ φορέων που υπό κανονικές συνθήκες λειτουργούν απομονωμένα. Αυτή η αλληλεπίδραση μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη θεσμική συνεργασία, βοηθώντας τους συμμετέχοντες να γνωρίσουν εκ του σύνεγγυς τους ομολόγους τους, να κατανοήσουν τους εκατέρωθεν ρόλους και τους περιορισμούς και να οικοδομήσουν σχέσεις εμπιστοσύνης μέσα από την άμεση επικοινωνία. Με την πάροδο του χρόνου, οι διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο πλαίσιο των εργαστηρίων μπορούν να εξελιχθούν σε σταθερούς διαύλους επικοινωνίας, οι οποίοι είναι κρίσιμοι για την αποτελεσματική συνεργασία κατά τον εντοπισμό, τη διερεύνηση και την πρόληψη της νόθευσης διαγωνισμών.
Τα συμπεράσματα που αντλήθηκαν στο πλαίσιο του παρόντος έργου δείχνουν ότι η ανάπτυξη ικανοτήτων αποφέρει σημαντικά οφέλη. Η οργάνωση ενός εργαστηρίου συνεπάγεται συχνά μεγάλη δέσμευση πόρων. Επίσης, όταν το ήδη περιορισμένο προσωπικό δεν μπορεί να διαθέσει τον απαιτούμενο χρόνο, τα εργαστήρια μπορεί να απορροφούν πόρους από τον τομέα της επιβολής της νομοθεσίας. Μια από τις συχνότερες προκλήσεις είναι η προσέλκυση επαρκούς αριθμού συμμετεχόντων από το κατάλληλο ακροατήριο. Η πρόκληση αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί εν μέρει με τον έγκαιρο εντοπισμό του ακροατηρίου και την οικοδόμηση καλής σχέσης συνεργασίας μαζί του, με τη διασφάλιση της ποιότητας των συνεδριών μέσω της συμμετοχής των κατάλληλων ομιλητών, καθώς και με την προβολή της ευκαιρίας ανάπτυξης ικανοτήτων μέσω των κατάλληλων διαύλων.
Τα εργαστήρια ανάπτυξης ικανοτήτων και ο διάλογος που αναπτύχθηκε στο σχετικό πλαίσιο ανέδειξαν τη σημασία της απόδοσης σύνθετων εννοιών του ανταγωνισμού με τρόπο κατανοητό για τα διάφορα ακροατήρια, καθώς και της πρόβλεψης επαρκούς χρόνου για συζήτηση. Και στις έξι συμμετέχουσες χώρες, οι δημόσιοι λειτουργοί επισήμαναν τα οφέλη της δια ζώσης επικοινωνίας. Ιδίως σε δικαιοδοσίες με περιορισμένη εμπειρία στην επιβολή της νομοθεσίας σε υποθέσεις νόθευσης διαγωνισμών, οι συνεδρίες αυτές επέτρεψαν τη διεξαγωγή ανοιχτής συζήτησης γύρω από τις προειδοποιητικές ενδείξεις, τις πρακτικές εντοπισμού και τις πρακτικές επιπτώσεις συγκεκριμένων επιλογών σχεδιασμού των διαγωνιστικών διαδικασιών.
Οι συμμετέχοντες επισήμαναν ότι τα πρακτικά εργαλεία, όπως οι κατάλογοι σημείων ελέγχου, αποδείχθηκαν χρήσιμα, ιδίως όταν συνδέονταν με συγκεκριμένα στάδια της διαδικασίας σύναψης συμβάσεων (π.χ. σχεδιασμός διαγωνισμού, εξέταση των προσφορών) ή με διαύλους αναφοράς. Αντίθετα, οι πιο γενικές κατευθύνσεις (όπως η παρουσίαση νομικών αρχών ή γενικής θεωρίας του ανταγωνισμού) θεωρήθηκαν λιγότερο συναφείς με τις ανάγκες τους. Συνολικά, οι φορείς του δημόσιου τομέα εξέφρασαν σαφή προτίμηση σε συγκεκριμένες και πρακτικά εφαρμόσιμες κατευθύνσεις.
Κοινός τόπος ήταν επίσης η ανάγκη ένταξης πρακτικών εργαλείων στην καθημερινή ροή εργασιών ή η ρητή πρόβλεψή τους σε εσωτερικές διαδικασίες. Επίσης, η τακτική επαφή μεταξύ των αρχών, όπως και τα τακτικά εκπαιδευτικά προγράμματα, υπενθυμίζουν στους αρμόδιους υπαλλήλους τι πρέπει να κάνουν. Οι ενδιαφερόμενοι φορείς υπογράμμισαν την ανάγκη συνέχειας, καθώς και τη σημασία της ύπαρξης σαφώς προσδιορισμένων αρμόδιων προσώπων επικοινωνίας σε κάθε δημόσιο φορέα. Ως καλή πρακτική αναδείχθηκε η συνεργασία μεταξύ αρχών, τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού όσο και της υλοποίησης δράσεων ευαισθητοποίησης σχετικά με τον ανταγωνισμό.
Η εμπειρία των επιμέρους χωρών δείχνει ότι η ανάπτυξη ικανοτήτων μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές και αναδεικνύει τη σημασία της πρακτικής εκπαίδευσης ως εργαλείου προώθησης του ανταγωνισμού. Στην Αυστρία, η AFCA διοργάνωσε, τον Απρίλιο του 2023, κοινό εργαστήριο με τα Ελεγκτικά Συνέδρια των κρατιδίων Μπούργκενλαντ, Καρινθίας και Άνω Αυστρίας.10 Η πρωτοβουλία αυτή δημιούργησε ένα τακτικό φόρουμ ανταλλαγής γνώσεων σχετικά με τον εντοπισμό της νόθευσης διαγωνισμών, αξιοποιώντας τον ρόλο των δικαστηρίων στον έλεγχο των δημόσιων συμβάσεων σε περιφερειακό επίπεδο.
Στη Βουλγαρία, η CPC πραγματοποίησε τρεις εκπαιδευτικές δράσεις για τη νόθευση διαγωνισμών το 2023: τον Φεβρουάριο, για την Υπηρεσία Κοινωνικής Αρωγής, και τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο στο πλαίσιο ενός προγράμματος του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, το οποίο απευθυνόταν σε διάφορους φορείς που συμμετέχουν στη διαχείριση κονδυλίων της ΕΕ.11 Επιπλέον, τον Νοέμβριο του 2024, η CPC διοργάνωσε εσωτερική εκπαίδευση για τη Διεύθυνση Δημόσιων Συμβάσεων και Παραχωρήσεων σχετικά με τον εντοπισμό και την πρόληψη της νόθευσης διαγωνισμών.12 Η εκπαίδευση, την οποία ανέλαβε η Διεύθυνση Αντιμονοπωλιακού Ελέγχου και Συγκεντρώσεων της CPC, επικεντρώθηκε στις βασικές προειδοποιητικές ενδείξεις, σε πρακτικά παραδείγματα και στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση των συμπράξεων στις δημόσιες συμβάσεις (OECD, 2026[14]). Στόχος της ήταν να ενισχύσει την ικανότητα της Διεύθυνσης να εντοπίζει ενδείξεις παράνομης σύμπραξης κατά τον έλεγχο διαδικασιών σύναψης συμβάσεων και, με τον τρόπο αυτό, να βελτιώσει τη συνολική θεσμική ανταπόκριση της CPC στη νόθευση διαγωνισμών. Στην Κροατία, η CCA παρέχει εκπαίδευση σε δημόσιους λειτουργούς, όπως το πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε το 2023 για την Κρατική Επιτροπή Ελέγχου Δημοσίων Συμβάσεων. Το 2024, η CCA συνεργάστηκε με την Επιτροπή και το Οικονομικό Επιμελητήριο για τη διοργάνωση σεμιναρίων σε εθνικό επίπεδο. Το 2016, η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΕΠΑ) δημοσίευσε ένα εγχειρίδιο για τις αναθέτουσες αρχές με τίτλο «Εντοπισμός και πρόληψη συμπαιγνιακών πρακτικών στις διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων» και στη συνέχεια διοργάνωσε σειρά σεμιναρίων για την παρουσίαση του υλικού.
Πέρα από τα διά ζώσης εργαστήρια, υπάρχουν και ψηφιακά εργαλεία εκπαίδευσης, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά στις δράσεις ανάπτυξης ικανοτήτων, παρέχοντας ευελιξία και περιορίζοντας το κόστος. Τα διαδικτυακά εκπαιδευτικά προγράμματα επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να εξοικειωθούν με το ίδιο περιεχόμενο και τις ίδιες μεθόδους που χρησιμοποιούνται στα εργαστήρια (όπως μελέτες περίπτωσης, εργαλεία εντοπισμού και συμβουλές για τον σχεδιασμό των διαγωνισμών), στον χρόνο και από τον τόπο που τους εξυπηρετεί. Αυτές οι δυνατότητες είναι ιδιαίτερα χρήσιμες όταν η διά ζώσης συμμετοχή είναι δύσκολη για λόγους προϋπολογισμού ή άλλους περιορισμούς. Μπορούν επίσης να αξιοποιηθούν ως εισαγωγικό υλικό πριν από τις διά ζώσης συνεδρίες και, ιδανικά, να εμπλουτίζονται με πρόσθετο υποστηρικτικό υλικό. Ωστόσο, τα διαδικτυακά εργαλεία δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την άμεση αλληλεπίδραση και τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ αρχών, οι οποίες συχνά συμβάλλουν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης και στη διατήρηση μακροχρόνιας συνεργασίας.
Πλαίσιο 2.6. Η διαδικτυακή εκπαιδευτική ενότητα της Αρχής Ανταγωνισμού και Αγορών του Ηνωμένου Βασιλείου (CMA) για τη νόθευση διαγωνισμών
Copy link to Πλαίσιο 2.6. Η διαδικτυακή εκπαιδευτική ενότητα της Αρχής Ανταγωνισμού και Αγορών του Ηνωμένου Βασιλείου (CMA) για τη νόθευση διαγωνισμώνΗ CMA ανέπτυξε μία δωρεάν διαδικτυακή εκπαιδευτική ενότητα για τους επαγγελματίες του τομέα των δημόσιων συμβάσεων, με στόχο να τους συνδράμει στον εντοπισμό και την πρόληψη αντιανταγωνιστικών συμπεριφορών στις διαγωνιστικές διαδικασίες.
Η ενότητα, διάρκειας 30 λεπτών, συμβάλλει στην ενημέρωση σχετικά με τη ζημία που προκαλεί η νόθευση διαγωνισμών, παρουσιάζει τις συνήθεις προειδοποιητικές ενδείξεις και τους παράγοντες κινδύνου και εξηγεί πώς μπορούν να περιοριστούν αυτοί οι κίνδυνοι. Παρέχει επίσης καθοδήγηση στις αναθέτουσες αρχές σχετικά με τον τρόπο αναφοράς υπονοιών για παραβάσεις.
Μέσω αυτού του εργαλείου, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση σε ψηφιακή μορφή παρέχει πρόσβαση σε πρακτικές οδηγίες και δίνει τη δυνατότητα στους δημόσιους λειτουργούς να βελτιώσουν την ικανότητά τους να εντοπίζουν και να αποτρέπουν παράνομες συμπράξεις, χωρίς να απαιτείται η διοργάνωση ειδικών εκπαιδευτικών συνεδριών διά ζώσης.
Πηγή: CMA (2015[15]), Free e-learning on how to spot bid rigging, https://www.builtintelligence.com/pages/free-e-learning-on-how-to-spot-bid-rigging.
2.3.3. Ομάδες εργασίας και ανταλλαγή προσωπικού
Η σύσταση ομάδων εργασίας και η ανταλλαγή προσωπικού αποτελούν πιο οργανωμένες και σταθερές μορφές αλληλεπίδρασης μεταξύ αρχών και μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην ενίσχυση της συνεργασίας.
Οι ομάδες εργασίας συγκροτούνται συνήθως για να διασφαλίζεται ο τακτικός συντονισμός μεταξύ αρχών με συμπληρωματικές αρμοδιότητες. Μπορεί να συστήνονται επίσημα, μέσω διαθεσμικής συμφωνίας, ή να λειτουργούν σε πιο ανεπίσημη βάση. Η προστιθέμενη αξία τους έγκειται στη δημιουργία μιας ειδικής πλατφόρμας που επιτρέπει τον από κοινού εντοπισμό κινδύνων, την ανταλλαγή πληροφοριών, τη συζήτηση συγκεκριμένων περιπτώσεων ή νομοθετικών εξελίξεων, καθώς και τη συμφωνία σχετικά με τις προτεραιότητες δράσης ή εκπαίδευσης. Όταν λειτουργούν ουσιαστικά και διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους, οι ομάδες εργασίας μπορούν να ενισχύσουν τον συντονισμό μεταξύ των φορέων και να περιορίσουν την αλληλοεπικάλυψη των δραστηριοτήτων.
Οι ανταλλαγές προσωπικού δίνουν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν τεχνικές ικανότητες και αμοιβαία κατανόηση, με πιο άμεσο και πρακτικό τρόπο. Για παράδειγμα, ένα στέλεχος προμηθειών που αποσπάται σε αρχή ανταγωνισμού μπορεί να αποκτήσει καλύτερη εικόνα του τρόπου με τον οποίο αναλύονται οι διαγωνισμοί από την πλευρά του φορέα που είναι αρμόδιος για την εφαρμογή του δικαίου. Αντίστοιχα, ένας χειριστής υποθέσεων ανταγωνισμού που αποσπάται σε αναθέτουσα αρχή μπορεί να κατανοήσει καλύτερα τους πρακτικούς περιορισμούς των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Οι ανταλλαγές αυτές συμβάλλουν στη διαμόρφωση κοινής αντίληψης και επιτρέπουν σε κάθε αρχή να αποκτήσει πρακτική γνώση των εργαλείων και των αρμοδιοτήτων της άλλης.
Οι διερευνητικές συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου στις έξι χώρες ανέδειξαν έναν σημαντικό πρακτικό περιορισμό: πολλές αρχές αντιμετωπίζουν συνεχείς πιέσεις στον τομέα του ανθρώπινου δυναμικού. Ως εκ τούτου, συχνά δεν έχουν τη δυνατότητα να διαθέσουν προσωπικό για σχήματα απόσπασης ή ανταλλαγής, έστω και αν αναγνωρίζουν την εκπαιδευτική τους αξία. Η δυσκολία έγκειται στο ότι δεν υπάρχει αρκετό προσωπικό, ώστε να μπορούν οι αρχές να διατηρούν την κανονική τους λειτουργία και, παράλληλα, να διαθέτουν υπαλλήλους για προσωρινή τοποθέτηση σε άλλους φορείς.
Τόσο οι ομάδες εργασίας όσο και η ανταλλαγή προσωπικού δίνουν τη δυνατότητα να θεσμοθετηθεί η συνεργασία πέρα από τις προσωπικές επαφές. Η επιτυχία τους εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως η στήριξη από τη διοίκηση, η σαφήνεια των εκπαιδευτικών στόχων και, κυρίως, η διάθεση επαρκών πόρων. Ελλείψει αυτών των προϋποθέσεων, οι ομάδες εργασίας κινδυνεύουν να ατονήσουν, ενώ οι αποσπάσεις προσωπικού μπορεί, αντί για στρατηγική επένδυση, να θεωρηθούν πρόσθετο βάρος. Υπό τις κατάλληλες συνθήκες, οι μηχανισμοί αυτοί μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία μακροχρόνιων δεσμών μεταξύ των φορέων, βελτιώνοντας τελικά τον εντοπισμό της νόθευσης διαγωνισμών και την επιβολή του δικαίου σε σχετικές υποθέσεις.
2.3.4. Εκστρατείες ενημέρωσης: βίντεο, MME, διαφημίσεις
Οι δημόσιες εκστρατείες ενημέρωσης (μέσα από βίντεο, ΜΜΕ ή διαφημίσεις) αποτελούν ισχυρό εργαλείο για την καλλιέργεια κουλτούρας ανταγωνισμού, δηλαδή για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου σχετικά με τη σημασία και τις βασικές αρχές του ανταγωνισμού. Σε αντίθεση με τις δράσεις ευαισθητοποίησης εντός της δημόσιας διοίκησης, οι οποίες απευθύνονται σε δημόσιους λειτουργούς και θεσμικούς φορείς, μια ευρύτερη προσέγγιση μπορεί να εξοικειώσει το μη εξειδικευμένο κοινό με τους κινδύνους και τις συνέπειες αντιανταγωνιστικών πρακτικών, όπως η νόθευση διαγωνισμών.
Οι εκστρατείες ενημέρωσης, που εξηγούν τις τεχνικές έννοιες με πιο κατανοητό τρόπο, μπορούν να βοηθήσουν το ευρύ κοινό να κατανοήσει πώς οι συμπράξεις στις δημόσιες συμβάσεις υπονομεύουν τον υγιή ανταγωνισμό, αυξάνουν το κόστος για τους φορολογούμενους και υποβαθμίζουν την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Για παράδειγμα, τα βίντεο ή το περιεχόμενο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτυπώνουν με απλά λόγια τι είναι η νόθευση διαγωνισμών, γιατί είναι επιζήμια και ποιες προειδοποιητικές ενδείξεις μπορεί να προσέξει κανείς. Τα δελτία Τύπου, τα ενημερωτικά γραφήματα ή οι μαρτυρίες μπορούν να σχεδιάζονται έτσι ώστε να απευθύνονται όχι μόνο στην επιχειρηματική κοινότητα, αλλά και στην κοινωνία των πολιτών, στους δημοσιογράφους και στους τοπικούς φορείς.
Οι πρωτοβουλίες αυτές είναι ιδιαίτερα χρήσιμες σε χώρες όπου η εξοικείωση με το δίκαιο του ανταγωνισμού είναι περιορισμένη ή η εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς είναι χαμηλή. Μέσα από σαφή και ελκυστικά μηνύματα, συμβάλλουν στην καλλιέργεια κουλτούρας ανταγωνισμού και στη διαμόρφωση ευρύτερης στήριξης για τις δράσεις επιβολής της νομοθεσίας. Επιπλέον, οι εκστρατείες ενημέρωσης μπορούν να ενθαρρύνουν την ανώνυμη παροχή πληροφοριών από πρόσωπα που διαφορετικά δεν θα αναγνώριζαν ή δεν θα κινητοποιούνταν μπροστά σε ενδείξεις συμπαιγνιακής συμπεριφοράς. Μολονότι συχνά συνεπάγονται μεγάλη δέσμευση πόρων, ιδίως όταν αξιοποιούνται τα παραδοσιακά ΜΜΕ, οι εκστρατείες ενημέρωσης μπορούν να είναι αποδοτικές από πλευράς κόστους όταν αξιοποιούν υφιστάμενους διαύλους επικοινωνίας, βασίζονται σε προϋπάρχον υλικό ή συντονίζονται με άλλους φορείς, όπως οι αρχές καταπολέμησης της διαφθοράς, οι ελεγκτικοί φορείς ή τα εμπορικά επιμελητήρια. Όπως ισχύει και για άλλα εργαλεία ευαισθητοποίησης, η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από την προσαρμογή του μηνύματος στον αποδέκτη και από τη διασφάλιση της αξιοπιστίας, φροντίζοντας να υπάρχει συνέπεια με την ευρύτερη πολιτική της αρχής.
Στα εργαστήρια που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου, οι συζητήσεις γύρω από τις εκστρατείες ενημέρωσης ανέδειξαν τις δυνατότητές τους, όταν αυτές σχεδιάζονται με σαφή στόχευση. Ωστόσο, οι ενδιαφερόμενοι φορείς επισήμαναν ότι η επιτυχία των εκστρατειών συχνά εξαρτάται από συμπληρωματικές δράσεις ευαισθητοποίησης, όπως τα εργαστήρια. Στο πλαίσιο αυτό, οι εκστρατείες είναι πιο αποτελεσματικές όταν λειτουργούν ως αφετηρία, έχουν τη στήριξη των αρμόδιων φορέων και συνοδεύονται από εργαλεία εμπέδωσης, όπως οι ηλεκτρονικές εκπαιδευτικές ενότητες ή η διά ζώσης εκπαίδευση.
Πλαίσιο 2.7. Ευαισθητοποίηση μέσω εκστρατειών ενημέρωσης με χρήση βίντεο: παραδείγματα από τον Καναδά, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστρία, την Ελλάδα και τον ΟΟΣΑ
Copy link to Πλαίσιο 2.7. Ευαισθητοποίηση μέσω εκστρατειών ενημέρωσης με χρήση βίντεο: παραδείγματα από τον Καναδά, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστρία, την Ελλάδα και τον ΟΟΣΑΟι εκστρατείες ενημέρωσης με χρήση βίντεο αποτελούν ένα ευέλικτο και προσιτό εργαλείο για την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τους κινδύνους και τις συνέπειες της νόθευσης διαγωνισμών. Αρκετές αρχές ανταγωνισμού έχουν δημιουργήσει σύντομα βίντεο που απευθύνονται σε διαφορετικά ακροατήρια, από τις αναθέτουσες αρχές και τους προμηθευτές έως το ευρύ κοινό.
Το 2015, η Αρχή Ανταγωνισμού του Καναδά δημοσίευσε ένα βίντεο με τίτλο «Bid-rigging: Compete legally!» («Νόθευση διαγωνισμών: Ανταγωνιστείτε νόμιμα!»), ενώ το 2021 ακολούθησε δεύτερο βίντεο με τίτλο «Compliance Case Files: Episode 1 – Bid-rigging» («Φάκελοι υποθέσεων συμμόρφωσης: Επεισόδιο 1 – Νόθευση διαγωνισμών»). Τα βίντεο, που χρησιμοποιούν κινούμενα σχέδια, μεταφέρουν με σαφή και άμεσο τρόπο μηνύματα σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της νόθευσης διαγωνισμών και τις συνέπειές της. Με απλή γλώσσα και επεξηγηματικά παραδείγματα, παρουσιάζουν τις μορφές που μπορεί να λάβει η νόθευση διαγωνισμών και προειδοποιούν ότι οι πρακτικές αυτές μπορεί, βάσει του καναδικού νόμου περί ανταγωνισμού, να επιφέρουν υψηλά πρόστιμα ή ακόμη και ποινή φυλάκισης. Τα βίντεο ενημερώνουν επίσης τις επιχειρήσεις σχετικά με τα προγράμματα απαλλαγής και επιείκειας της Αρχής Ανταγωνισμού του Καναδά, ενθαρρύνοντας όσους εμπλέκονται σε νόθευση διαγωνισμών να προχωρήσουν σε αυτόβουλη αποκάλυψη και να συνεργαστούν με τις αρχές.
Η Αρχή Ανταγωνισμού και Αγορών του Ηνωμένου Βασιλείου (CMA) δημοσίευσε το 2015 ένα βίντεο με τίτλο «Bid-rigging and discussing tenders» («Νόθευση διαγωνισμών και συζήτηση περί διαγωνισμών»). Πέντε χρόνια αργότερα, ξεκίνησε μια εκστρατεία ενημέρωσης με τίτλο «Cheating or Competing» («Παρανομείτε ή Ανταγωνίζεστε;»), συνοδευόμενη από ένα τεστ αυτοαξιολόγησης για αθέμιτες συμπράξεις. Η πρωτοβουλία αυτή σχεδιάστηκε για να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να εντοπίσουν εάν οι ίδιες ή οι ανταγωνιστές τους διέτρεχαν τον κίνδυνο παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Το βίντεο και η εκστρατεία εισήγαγαν την έννοια της νόθευσης διαγωνισμών και των επιζήμιων συνεπειών της για τον ανταγωνισμό και τους φορολογούμενους. Παρουσίασαν τα είδη απαγορευμένων πρακτικών, δίνοντας έμφαση στην οικονομική ζημία που προκαλούν οι συμπράξεις, στις νομικές τους συνέπειες, καθώς και στα διαθέσιμα εργαλεία αναφοράς, όπως τα προγράμματα επιείκειας και η ανώνυμη παροχή πληροφοριών.
Στην Αυστρία, η Ομοσπονδιακή Αρχή Ανταγωνισμού (BWB) δημοσίευσε το 2020 ένα σύντομο βίντεο κινουμένων σχεδίων, το οποίο παρουσιάζει ένα τυπικό σχήμα νόθευσης διαγωνισμών στον τομέα των κατασκευαστικών έργων. Το βίντεο εξηγεί πώς ένας εργολάβος συμπράττει με ανταγωνιστές του για την υποβολή σκόπιμα υψηλών προσφορών, ώστε να αναδειχθεί ο ίδιος ανάδοχος σε τεχνητά αυξημένη τιμή. Επισημαίνει τις σχετικές νομικές συνέπειες, που περιλαμβάνουν την επιβολή προστίμων έως 10% του κύκλου εργασιών, και προωθεί το πρόγραμμα επιείκειας και το σύστημα ανώνυμης πληροφόρησης της BWB ως βασικά εργαλεία επιβολής της νομοθεσίας.
Στην Ελλάδα, η Επιτροπή Ανταγωνισμού (ΕΑ) δημοσίευσε το 2022 ένα βίντεο με στόχο την ευαισθητοποίηση των επιχειρήσεων και των δημόσιων φορέων. Το βίντεο παρουσιάζει στα ελληνικά τον νομικό ορισμό των οριζόντιων συμπράξεων (καρτέλ), στις οποίες περιλαμβάνεται και η νόθευση διαγωνισμών, και εξηγεί τις επιζήμιες συνέπειές τους για τους φορολογούμενους και τον ανταγωνισμό στην αγορά. Παράλληλα, υπογραμμίζει τις εξουσίες επιβολής της νομοθεσίας που διαθέτει η Επιτροπή Ανταγωνισμού και καλεί το κοινό να καταγγείλει τυχόν υπόνοιες συμπράξεων. Με αυτόν τον τρόπο, αναδεικνύει την ηλεκτρονική πλατφόρμα ανώνυμης παροχής πληροφοριών της Επιτροπής και τη σημασία της διατήρησης συνθηκών υγιούς και ανοικτού ανταγωνισμού στις δημόσιες συμβάσεις.
Τέλος, το 2021 ο ΟΟΣΑ πρόβαλε την εκστρατεία του με τίτλο «Bid rigging and competition policy explained in 7 minutes» («Εξηγώντας τη νόθευση διαγωνισμών και την πολιτική ανταγωνισμού σε 7 λεπτά»). Το βίντεο εισάγει την έννοια της νόθευσης διαγωνισμών και τον αντίκτυπό της στο κόστος των δημόσιων συμβάσεων, αναδεικνύει τα οφέλη της πρόληψης μέσα από δράσεις ευαισθητοποίησης και παρουσιάζει εργαλεία εντοπισμού, όπως οι αιτήσεις επιείκειας, τα ψηφιακά εργαλεία ανίχνευσης και η ανώνυμη παροχή πληροφοριών. Το βίντεο δημιουργήθηκε από το Περιφερειακό Κέντρο Ανταγωνισμού ΟΟΣΑ-GVH (OECD-GVH Regional Centre for Competition) στη Βουδαπέστη και διατίθεται με υπότιτλους σε 15 γλώσσες.
Πηγές: Competition Bureau Canada (2015[16]), “Bid-rigging: Compete Legally”, https://www.youtube.com/watch?v=Wu6PTbPYKfY; Competition Bureau Canada (2021[17]), “Compliance Case Files: Episode 1 – Bid-rigging”, https://www.youtube.com/watch?v=B5pyLluALzo;
CMA (2015[18]), “Bid-rigging and discussing tenders: UK’s Competition and Markets Authority”, https://www.youtube.com/watch?v=PjoQvDKW28U; CMA (2023[19]), “Cheating or competing campaign”, https://cheatingorcompeting.campaign.gov.uk/; AFCA (2020[20]), Bid rigging and its consequences, https://www.youtube.com/watch?v=DCj38PP-uss; HCC (2022[21]), “GB Ξεσκέπασε τα Καρτέλ - Ρίξε τις Τιμές (για Αναθέτουσες Αρχές”, https://www.youtube.com/watch?v=qu5GpJOv0O8; OECD (2021[22]), “Bid rigging and competition policy explained in 7 minutes”, https://youtu.be/JSPoHSqtVyY.
2.4. Κύριες θεματικές των δράσεων ευαισθητοποίησης για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών
Copy link to 2.4. Κύριες θεματικές των δράσεων ευαισθητοποίησης για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμώνΗ παρούσα ενότητα παρουσιάζει τις κύριες θεματικές των δράσεων ευαισθητοποίησης που, σύμφωνα με την έρευνα του ΟΟΣΑ, τις δράσεις ανάπτυξης ικανοτήτων του έργου και τις διερευνητικές συνεντεύξεις με τους ενδιαφερόμενους φορείς, θεωρούνται καθοριστικές για την προώθηση του ανταγωνισμού στις δημόσιες συμβάσεις. Όπου κρίνεται σκόπιμο, αναφέρονται τα ισχύοντα διεθνή πλαίσια και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν εκπονηθεί από τον ΟΟΣΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι θεματικές αυτές αποτυπώνουν τα ζητήματα που οι αρχές ανταγωνισμού χρειάζεται συνήθως να εξηγούν ή να αποσαφηνίζουν κατά την επικοινωνία τους με στελέχη προμηθειών, επιχειρήσεις, δικαστικούς λειτουργούς ή άλλους ενδιαφερόμενους φορείς. Ως εκ τούτου, αποτελούν χρήσιμες ενδείξεις για το δυνητικό περιεχόμενο των δράσεων ευαισθητοποίησης. Ορισμένες θεματικές αφορούν βασικές πτυχές της νόθευσης διαγωνισμών, όπως οι προειδοποιητικές ενδείξεις, ο σχεδιασμός ανταγωνιστικών διαγωνιστικών διαδικασιών και η ανάγκη πρόσβασης σε δεδομένα δημοσίων συμβάσεων. Άλλες αφορούν ευρύτερες πτυχές της καταπολέμησης των συμπράξεων και, γενικότερα, της εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού. Οι ευρύτερες αυτές θεματικές είναι συναφείς με τις δημόσιες συμβάσεις και, ως εκ τούτου, χρειάζεται να εξηγηθούν, να αποσαφηνιστούν ή να προβληθούν. Περιλαμβάνουν έννοιες όπως η επιείκεια, η ανώνυμη παροχή πληροφοριών και οι αγωγές αποζημίωσης. Η εμπειρία που αποκτήθηκε μέσα από το έργο ανέδειξε τη σημασία της παροχής καθοδήγησης και ως προς τα ευρύτερα αυτά ζητήματα, καθώς η αβεβαιότητα γύρω από αυτά μπορεί να αποθαρρύνει την αναφορά υπονοιών, να υπονομεύσει τις προσπάθειες συμμόρφωσης ή να περιορίσει τα αποτελέσματα της επιβολής του νόμου.
Η σημασία κάθε θεματικής εξαρτάται από το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Για παράδειγμα, οι προειδοποιητικές ενδείξεις, η αναφορά υπονοιών και η δυνατότητα άσκησης αξιώσεων αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε από συμπράξεις αφορούν ιδιαίτερα τους αρμόδιους για τις δημόσιες συμβάσεις. Αντίθετα, η ανώνυμη παροχή πληροφοριών, τα προγράμματα επιείκειας και συμμόρφωσης έχουν μεγαλύτερη σημασία για τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, τα περισσότερα ζητήματα είναι διατομεακά και απευθύνονται σε όλα τα ακροατήρια.
2.4.1. Καθοδήγηση σχετικά με τον εντοπισμό της νόθευσης διαγωνισμών: προειδοποιητικές ενδείξεις (red flags)
Όπως επισημαίνεται στην παρούσα έκδοση, οι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις βρίσκονται στην πλέον κατάλληλη θέση για να εντοπίζουν ύποπτα στοιχεία που ενδέχεται να υποδηλώνουν σύμπραξη στη διαδικασία υποβολής προσφορών. Ενδείξεις νόθευσης διαγωνισμών μπορεί επίσης να εντοπίσουν και άλλα στελέχη του δημοσίου, ιδίως όταν ασκούν καθήκοντα εποπτείας, διερεύνησης ή ελέγχου. Οι δράσεις ευαισθητοποίησης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι αυτοί διαθέτουν την κατάλληλη ενημέρωση ώστε να αναγνωρίζουν τις προειδοποιητικές ενδείξεις νόθευσης διαγωνισμών και να αντιδρούν αναλόγως.
Πρώτο βήμα για την αναγνώριση των προειδοποιητικών ενδείξεων είναι η κατανόηση των συνηθέστερων μορφών νόθευσης διαγωνισμών. Οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση των συμπράξεων στις δημόσιες συμβάσεις (OECD, 2026[14]) παρουσιάζουν αναλυτικά τις συνηθέστερες στρατηγικές που χρησιμοποιούν τα μέλη μιας σύμπραξης για να χειραγωγήσουν την έκβαση των διαγωνισμών:
Εικονική προσφορά (cover bidding): πρόκειται για μία από τις πιο διαδεδομένες μορφές συμπαιγνίας. Συμβαίνει όταν οι εταιρείες συμφωνούν να υποβάλουν εικονικές προσφορές, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση πραγματικού ανταγωνισμού. Μπορεί να συνίσταται στην υποβολή προσφοράς υψηλότερης από εκείνη του προαποφασισμένου επιτυχόντος υποψηφίου, προσφοράς που περιλαμβάνει όρους που είναι γνωστό ότι δεν θα γίνουν αποδεκτοί από τον αγοραστή ή προσφοράς που έχει σχεδιαστεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να απορριφθεί.
Καταστολή προσφορών (bid suppression): σε αυτήν τη μορφή συμπαιγνίας, ένας ή περισσότεροι ανταγωνιστές συμφωνούν να μην υποβάλουν προσφορά ή να αποσύρουν προσφορά που έχει ήδη κατατεθεί, ώστε να αναδειχθεί ανάδοχος η προαποφασισμένη εταιρεία. Η καταστολή προσφορών μπορεί επίσης να λάβει τη μορφή συλλογικού αποκλεισμού, όταν οι εταιρείες απέχουν συνολικά από την υποβολή προσφορών, προκειμένου να πιέσουν την αναθέτουσα αρχή να τροποποιήσει τους όρους του διαγωνισμού ή να προχωρήσει σε απευθείας ανάθεση της σύμβασης.
Υποβολή προσφορών εκ περιτροπής (bid rotation): στους μηχανισμούς υποβολής προσφορών εκ περιτροπής, τα μέλη της συμπαιγνίας συμφωνούν να καθίστανται εκ περιτροπής ανάδοχοι. Αυτό μπορεί να γίνεται με βάση μια προκαθορισμένη σειρά, την αξία της υπό ανάθεση σύμβασης ή οποιονδήποτε άλλο επιμερισμό. Παρότι όλες οι εταιρείες υποβάλλουν προσφορά, κάθε φορά επιλέγεται μόνο μία ως ανάδοχος, σύμφωνα με τη μεταξύ τους συμφωνία.
Κατανομή αγορών (market allocation): στις συμφωνίες κατανομής αγορών, οι εταιρείες προβαίνουν σε καταμερισμό των αγορών με βάση τη γεωγραφική περιοχή, τον πελάτη, το προϊόν ή το είδος της σύμβασης και συμφωνούν να μην ανταγωνίζονται στις περιοχές ή τις κατηγορίες που έχουν κατανεμηθεί στους λοιπούς μετέχοντες στη σύμπραξη. Αυτό μπορεί να συνίσταται στην αποχή από την υποβολή προσφοράς ή την υποβολή μόνο εικονικών προσφορών σε διαγωνισμούς εκτός του τομέα που τους έχει κατανεμηθεί.
Οι στρατηγικές αυτές, αν και διακριτές, δεν αλληλοαποκλείονται και μπορούν να χρησιμοποιούνται συνδυαστικά στο πλαίσιο της ίδιας συμπαιγνίας. Η εφαρμογή τους μπορεί να αφήνει αναγνωρίσιμα μοτίβα και ενδείξεις («προειδοποιητικές ενδείξεις»), τις οποίες μπορούν να παρακολουθούν οι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις, προκειμένου να εντοπίζουν και να αναφέρουν πιθανές περιπτώσεις νόθευσης διαγωνισμών.
Ο κατάλογος σημείων ελέγχου του ΟΟΣΑ για τον εντοπισμό νόθευσης διαγωνισμών, ο οποίος συνοψίζεται στο Σχήμα 2.1, παραθέτει πιθανές ενδείξεις συμπαιγνίας σε όλα τα στάδια της διαγωνιστικής διαδικασίας. Ο κατάλογος περιλαμβάνει σειρά προειδοποιητικών ενδείξεων, οι οποίες ομαδοποιούνται σε πέντε κατηγορίες: ύποπτα μοτίβα υποβολής προσφορών (ο τρόπος και η συχνότητα με την οποία οι επιχειρήσεις κερδίζουν ή χάνουν διαγωνισμούς ή η ύπαρξη υπεργολαβιών και κοινών προσφορών μεταξύ προμηθευτών που κανονικά λειτουργούν ανεξάρτητα), ασυνήθιστα στοιχεία στα έγγραφα του διαγωνισμού (πανομοιότυπα λάθη, πανομοιότυπες προσφορές, κοινά στοιχεία επικοινωνίας), ασυνήθιστα στοιχεία στην τιμολόγηση (ομοιόμορφες προσφορές παρά τη μεταβολή των συνθηκών της αγοράς, αιφνίδιες αυξήσεις ή μειώσεις τιμών χωρίς εξήγηση), ύποπτες δηλώσεις (δηλώσεις που δείχνουν ότι ορισμένες επιχειρήσεις δεν δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένη περιοχή ή δεν εξυπηρετούν συγκεκριμένους πελάτες), και ύποπτη συμπεριφορά (συχνές συναντήσεις μεταξύ προμηθευτών ή απρόσμενη ανάθεση υπεργολαβιών σε μη επιτυχόντες προσφέροντες).
Καμία από αυτές τις ενδείξεις δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη νόθευσης διαγωνισμών. Ωστόσο, όταν τέτοιες ενδείξεις εμφανίζονται συστηματικά (ιδίως όταν είναι περισσότερες από μία και παρατηρούνται σε βάθος χρόνου ή σε περισσότερους διαγωνισμούς), θα πρέπει να ενεργοποιείται εσωτερικός έλεγχος. Εφόσον συντρέχουν λόγοι, θα πρέπει να ενημερώνεται η αρμόδια αρχή ανταγωνισμού. Οι κατευθυντήριες γραμμές συνιστούν επίσης στους υπαλλήλους που είναι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις να καταγράφουν λεπτομερώς κάθε ύποπτη δραστηριότητα, να φυλάσσουν με ασφάλεια όλα τα σχετικά έγγραφα και να αποφεύγουν κάθε απευθείας επαφή με τους προμηθευτές σχετικά με τις υπόνοιες αυτές.
Αρκετά από τα εργαστήρια που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου επιβεβαίωσαν την πρακτική σημασία των κατευθυντήριων γραμμών, καθώς και των εθνικών κατευθυντήριων γραμμών για το ίδιο θέμα, αλλά και την ανάγκη για την ευρύτερη διάδοση και αξιοποίησή τους. Οι συμμετέχοντες επισήμαναν ότι οι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις ενδέχεται να μην γνωρίζουν τι πρέπει να προσέχουν. Μπορεί επίσης να δυσκολεύονται να διακρίνουν αν μια συμπεριφορά συνιστά θεμιτή επιχειρηματική επιλογή ή παράνομη δραστηριότητα (όπως στην περίπτωση νόμιμης και παράνομης υπεργολαβίας) ή πώς πρέπει να αντιδρούν όταν προκύπτουν υπόνοιες. Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να καλύψουν αυτό το κενό.
Στα εργαστήρια, οι εξειδικευμένοι εισηγητές στάθηκαν ιδιαίτερα στο γεγονός ότι οι αναθέτουσες αρχές δεν αναμένεται να διερευνούν οι ίδιες τις πιθανές περιπτώσεις νόθευσης διαγωνισμών. Από τη στιγμή που εντοπίζονται προειδοποιητικές ενδείξεις, η ευθύνη τους περιορίζεται στην αναφορά τους στην αρχή ανταγωνισμού. Η σημαντική αυτή διευκρίνιση αναπτύσσεται περαιτέρω στην επόμενη υποενότητα, σχετικά με την αναφορά υπονοιών.
Σχήμα 2.1. Συνοπτικός κατάλογος σημείων ελέγχου για ανίχνευση νόθευσης διαγωνισμών
Copy link to Σχήμα 2.1. Συνοπτικός κατάλογος σημείων ελέγχου για ανίχνευση νόθευσης διαγωνισμώνΠηγή: OECD (2026[14]), Κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση των συμπράξεων στις δημόσιες συμβάσεις (επικαιροποίηση του 2025), https://doi.org/10.1787/0d20be9c-el.
2.4.2. Διευκρίνιση του τρόπου αναφοράς υπονοιών νόθευσης διαγωνισμών
Δύο ζητήματα ανέκυπταν συχνά στα εργαστήρια που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου. Πρώτον, οι υπάλληλοι που είναι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις δεν γνωρίζουν πού και με ποιον τρόπο πρέπει να αναφέρουν τις υπόνοιές τους. Δεύτερον, η αναφορά υπονοιών μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση. Πολλοί συμμετέχοντες εξέφρασαν επιφυλάξεις ως προς την ενημέρωση της αρχής ανταγωνισμού, φοβούμενοι ότι μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναστολή ή ματαίωση των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων και, κατ’ επέκταση, να καθυστερήσει σημαντικά ή να θέσει σε κίνδυνο την απορρόφηση του σχετικού προϋπολογισμού.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης θα πρέπει να δίνουν απαντήσεις και στους δύο αυτούς προβληματισμούς. Κατ΄αρχάς, μπορούν να διευκρινίσουν τους διαύλους αναφοράς. Θα πρέπει επίσης να τονίζουν ότι η εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού, καθώς και η διερεύνηση και τιμωρία των συμπράξεων, πραγματοποιούνται εκ των υστέρων, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση του διαγωνισμού. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν η σύμβαση έχει ήδη εκτελεστεί. Επομένως, η αναφορά υπονοιών έχει πάντοτε νόημα και σπάνια είναι «πολύ αργά» για δράση. Έπειτα, οι δράσεις ευαισθητοποίησης θα πρέπει να εξηγούν ότι η αναφορά υπονοιών νόθευσης διαγωνισμών δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την αναστολή ή τη ματαίωση των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων. Οι αναθέτουσες αρχές έχουν, ωστόσο, τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν ή να ματαιώσουν τη διαδικασία, ιδανικά κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή ανταγωνισμού. Είναι σημαντικό οι αρμόδιοι υπάλληλοι να λαμβάνουν καθοδήγηση σχετικά με τις δυνατότητες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, καθώς και σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να δικαιολογείται είτε η διακοπή είτε η συνέχιση της διαγωνιστικής διαδικασίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει να διευκρινίζεται, στο πλαίσιο των δράσεων ευαισθητοποίησης, ότι οι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις δεν θα πρέπει να επιχειρούν να αποσαφηνίσουν τις όποιες υπόνοιες απευθείας με τους προσφέροντες, καθώς αυτό μπορεί να υπονομεύσει την ακεραιότητα μιας μελλοντικής έρευνας και να οδηγήσει στην καταστροφή πιθανών αποδεικτικών στοιχείων.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης θα πρέπει επίσης να τονίζουν τη διάκριση μεταξύ αναφοράς και έρευνας. Οι αναθέτουσες αρχές και οι λοιπές ελεγκτικές και διωκτικές αρχές δεν έχουν αρμοδιότητα ούτε αναμένεται από αυτές (πέραν του ότι οι υπάλληλοι που είναι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις δεν διαθέτουν ούτε τα σχετικά μέσα) να ερευνούν ή να αποδεικνύουν παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού. Ρόλος τους είναι η αναφορά, όχι η εξακρίβωση. Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να διευκρινίσουν ότι μετά από κάθε αναφορά δεν ακολουθεί απαραίτητα η αντίστοιχη έρευνα. Πριν αποφασίσει την έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, η αρχή ανταγωνισμού λαμβάνει υπόψη τα νομικά κριτήρια, τις προτεραιότητές της και τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει ως προς τους διαθέσιμους πόρους. Η αρχή ανταγωνισμού είναι επίσης εκείνη που θα συλλέξει τα αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση της υπόθεσης.
Όπου αυτό είναι εφικτό και συμβατό με τις υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιοι υπάλληλοι θα πρέπει να παρέχουν όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες. Σε αυτές περιλαμβάνεται η καταγραφή ύποπτης συμπεριφοράς ή δηλώσεων, καθώς και όλα τα σχετικά έγγραφα τεκμηρίωσης (όπως προσφορές, αλληλογραφία ή φάκελοι διαγωνισμών). Οι αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να εξηγούν με σαφήνεια ποιοι είναι οι διαθέσιμοι δίαυλοι αναφοράς και να παρέχουν διαβεβαιώσεις σχετικά με τις δικλείδες προστασίας της εμπιστευτικότητας. Οι συμφωνίες συνεργασίας μπορούν να περιλαμβάνουν μηχανισμούς ασφαλούς ανταλλαγής αποδεικτικών στοιχείων.
2.4.3. Ανάδειξη του ρόλου του σχεδιασμού των διαγωνισμών στον περιορισμό των κινδύνων νόθευσης
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης θα πρέπει να επισημαίνουν ότι από τον σχεδιασμό των διαγωνισμών εξαρτάται το αν μια διαδικασία θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό ή, αντίθετα, θα διευκολύνει ακούσια τις συμπράξεις. Στα εργαστήρια και στις συναντήσεις με τους ενδιαφερόμενους φορείς που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου, ο σχεδιασμός των διαγωνισμών αναδείχθηκε ως πεδίο στο οποίο κάποιες μικρές προσαρμογές μπορούν να αποφέρουν σημαντικά οφέλη.
Ο κατάλογος σημείων ελέγχου του ΟΟΣΑ για τον σχεδιασμό διαγωνισμού προμηθειών (βλ. Σχήμα 2.2) παρέχει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για τον σχεδιασμό διαδικασιών σύναψης συμβάσεων που μπορούν να περιορίσουν τους κινδύνους σύμπραξης. Ο κατάλογος περιλαμβάνει σειρά μέτρων που ενισχύουν τον ανταγωνισμό και χωρίζονται στις εξής έξι κατηγορίες: ενημερωθείτε πριν σχεδιάσετε τη διαδικασία του διαγωνισμού, αυξήστε τη συμμετοχή πραγματικών ανταγωνιστών, καθορίστε με σαφήνεια τις απαιτήσεις και αποφύγετε την προβλεψιμότητα, μειώστε την επικοινωνία μεταξύ των προσφερόντων και μοιραστείτε πληροφορίες με προσοχή, επιλέξτε προσεκτικά τα κριτήρια αξιολόγησης και ανάθεσης του διαγωνισμού, και επισημάνετε τους κινδύνους συμπράξεων στις προσφορές μέσα στα έγγραφα του διαγωνισμού.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης θα πρέπει να αναδεικνύουν τη σημασία της κατανόησης της δυναμικής της αγοράς και του βαθμού στον οποίο αυτή είναι ανοικτή σε πραγματικό ανταγωνισμό, καθώς και της αξιολόγησης των κινδύνων σύμπραξης πριν από τη δημοσίευση της προκήρυξης.
Θα πρέπει επίσης να υπογραμμίζουν ότι οι επιλογές σχεδιασμού μπορούν είτε να δυσχεράνουν είτε να διευκολύνουν τις συμπράξεις. Πρακτικές όπως η θέσπιση υπερβολικά αυστηρών κριτηρίων συμμετοχής, που μειώνουν τον αριθμό των προσφερόντων, τα προβλέψιμα χρονοδιαγράμματα ανάθεσης και οι αμετάβλητες ποσότητες, η αποκάλυψη της ταυτότητας των προσφερόντων μεταξύ τους ή η χρήση κριτηρίων ανάθεσης που βασίζονται αποκλειστικά στην τιμή μπορούν να διευκολύνουν τις συμπράξεις. Αντίθετα, η επιβράβευση της καινοτομίας και της ποιότητας, ο διαχωρισμός των διαγωνισμών σε τμήματα ελκυστικά για μικρές επιχειρήσεις και η μείωση του κόστους προετοιμασίας των προσφορών μπορούν να διευρύνουν τη συμμετοχή και να ενισχύσουν την ανταγωνιστική πίεση. Αρκετοί συμμετέχοντες στα εργαστήρια επισήμαναν τη σημασία των διαβουλεύσεων μεταξύ διαφορετικών αρχών κατά τον σχεδιασμό μεγάλων ή σύνθετων διαγωνισμών.
Σχήμα 2.2. Συνοπτικός κατάλογος σημείων ελέγχου για το σχεδιασμό διαγωνισμού προμηθειών
Copy link to Σχήμα 2.2. Συνοπτικός κατάλογος σημείων ελέγχου για το σχεδιασμό διαγωνισμού προμηθειώνΠηγή: OECD (2026[14]), Κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση των συμπράξεων στις δημόσιες συμβάσεις (επικαιροποίηση του 2025), https://doi.org/10.1787/0d20be9c-el.
2.4.4. Παρουσίαση του κινδύνου νόθευσης διαγωνισμών που κρύβεται πίσω από κοινές προσφορές και υπεργολαβίες
Καθ’ όλη τη διάρκεια των εργαστηρίων του έργου, οι ενδιαφερόμενοι φορείς αναγνώρισαν την ανάγκη καθοδήγησης ως προς τη διάκριση μεταξύ, αφενός, των νόμιμων κοινών προσφορών (ή κοινοπραξιών) και υπεργολαβιών και, αφετέρου, των παράνομων συμπαιγνιών. Η από κοινού υποβολή προσφορών και η υπεργολαβία, όταν δηλαδή δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις συνεργάζονται για να υποβάλουν μία κοινή προσφορά ή όταν ένας προσφέρων αναθέτει υπεργολαβικά μέρος της σύμβασης σε άλλους, μπορεί να είναι αναγκαίες όταν οι επιχειρήσεις δεν είναι σε θέση να υποβάλουν μεμονωμένη προσφορά ή μπορούν να υποβάλουν αποτελεσματικότερη προσφορά από κοινού. Ωστόσο, η από κοινού υποβολή προσφορών μπορεί και να συγκαλύπτει αντιανταγωνιστική συμπεριφορά, όταν τα εμπλεκόμενα μέρη θα μπορούσαν να είχαν υποβάλει προσφορές ανεξάρτητα.
Όπως διευκρινίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ για τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας (2023), η από κοινού υποβολή προσφορών δεν είναι καταρχήν αντιανταγωνιστική (European Commission, 2023[23]). Όταν τα μέρη δεν διαθέτουν την ικανότητα να αναλάβουν μόνα τους ένα έργο, η συνεργασία μπορεί να οδηγήσει σε οφέλη αποδοτικότητας, όπως χαμηλότερες τιμές, καινοτομία ή βελτιωμένη ποιότητα υπηρεσιών. Για παράδειγμα, τα μέλη μιας κοινοπραξίας που υποβάλλει προσφορά μπορεί να παρέχουν συμπληρωματικές υπηρεσίες. Σε άλλη περίπτωση, μέρη που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά ή στις ίδιες αγορές ενδέχεται να μην είναι σε θέση να υποβάλουν προσφορά μεμονωμένα, λόγω του μεγέθους ή της πολυπλοκότητας του διαγωνισμού. Ωστόσο, η από κοινού υποβολή προσφορών από πραγματικούς ή δυνητικούς ανταγωνιστές που θα μπορούσαν, ρεαλιστικά, να έχουν υποβάλει χωριστές προσφορές μπορεί να συνιστά παράβαση του άρθρου 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών διατάξεων. Οι κίνδυνοι για τον ανταγωνισμό εντείνονται όταν τα σχήματα από κοινού υποβολής προσφορών επαναλαμβάνονται, δεν τεκμηριώνονται επαρκώς ή περιλαμβάνουν περισσότερα μέρη από όσα είναι αναγκαία. Επιπλέον, η υπεργολαβική ανάθεση μεταξύ των ίδιων μερών σε παράλληλους διαγωνισμούς εγείρει ζητήματα ως προς την ανεξαρτησία της εμπορικής τους συμπεριφοράς.
Ο κατάλογος σημείων ελέγχου του ΟΟΣΑ για τον εντοπισμό νόθευσης διαγωνισμών αναφέρει περιπτώσεις που φαίνονται ασύμβατες με τη λειτουργία μιας ανταγωνιστικής αγοράς και υποδηλώνουν το ενδεχόμενο νόθευσης διαγωνισμών. Μεταξύ αυτών, αναφέρονται οι εξής περιπτώσεις:
Δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις υποβάλλουν κοινή προσφορά παρόλο που στο παρελθόν έχουν υποβάλει ανεξάρτητες προσφορές σε παρόμοιους διαγωνισμούς και/ή στην πράξη η σύμβαση μπορεί να εκτελεστεί από μία από αυτές. Οι τακτικοί προμηθευτές δεν υποβάλλουν προσφορές σε διαγωνισμό για τον οποίο κανονικά αναμένεται να υποβάλουν προσφορές, αλλά καθίστανται υπεργολάβοι ή συνεχίζουν να συμμετέχουν σε άλλους διαγωνισμούς. Ο επιτυχών προσφέρων αναθέτει υπεργολαβίες σε απορριφθέντες προσφέροντες. Ο επιτυχών προσφέρων δεν αποδέχεται τη σύμβαση και στη συνέχεια διαπιστώνεται ότι έχει καταστεί υπεργολάβος.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να περιγράφουν τι επιτρέπεται και τι πρέπει να αποφεύγεται όσον αφορά την από κοινού υποβολή προσφορών και τις υπεργολαβίες. Κατ’ ουσίαν, οι πρακτικές αυτές μπορούν να είναι νόμιμες και ευνοϊκές για τον ανταγωνισμό, όταν δίνουν σε μικρότερες ή εξειδικευμένες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε δημόσιους διαγωνισμούς, συνδυάζοντας το ανθρώπινο δυναμικό, τον εξοπλισμό ή/και την εξειδίκευσή τους. Αυτό ισχύει όταν οι προμηθευτές ενώνουν τις δυνάμεις τους για να παράσχουν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία που κανένας τους δεν θα είχε τη δυνατότητα να προσφέρει μεμονωμένα, ενδεχομένως με καλύτερους όρους ποιότητας ή τιμής από ό,τι μία μόνο επιχείρηση, ή για να παράγουν νέα ή καινοτόμα αγαθά. Αντιθέτως, η από κοινού υποβολή προσφορών και οι υπεργολαβίες μπορούν να είναι αντιανταγωνιστικές και παράνομες όταν καθεμία από τις επιχειρήσεις διαθέτει την οικονομική και τεχνική ικανότητα να εκτελέσει τη σύμβαση μόνη της ή όταν η συνεργασία δεν οδηγεί σε νέο ή καλύτερο προϊόν, σε οφέλη αποδοτικότητας στην παραγωγή ή στην παράδοση/εκτέλεση, ή σε μείωση της τιμής.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης θα πρέπει να περιλαμβάνουν στοχευμένη εκπαίδευση και κατευθυντήριες γραμμές (βλ. Πλαίσιο 2.8), καθώς και σαφή κατάλογο βασικών πρακτικών που πρέπει να εφαρμόζονται και πρακτικών που πρέπει να αποφεύγονται. Για τις επιχειρήσεις, οι πρακτικές αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν τα εξής:
Ενδείκνυται: να καθορίζεται το αντικείμενο της συνεργασίας, να τεκμηριώνεται η αιτιολογία της συνεργασίας και, σε περίπτωση ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, η ανταλλαγή πληροφοριών να περιορίζεται στην εκάστοτε προσφορά.
Δεν ενδείκνυται: η χρήση της συμφωνίας για τη συζήτηση άσχετων διαγωνισμών, για τη συμφωνία μελλοντικής εκ περιτροπής συμμετοχής σε διαγωνισμούς ή για τη διαμόρφωση κοινής προσφοράς όταν είναι δυνατή η ανεξάρτητη συμμετοχή.
Για τις αναθέτουσες αρχές, οι αντίστοιχες πρακτικές μπορεί να περιλαμβάνουν τα εξής:
Ενδείκνυται: να ελέγχουν αν οι επιχειρήσεις είχαν την ικανότητα να υποβάλουν προσφορά ανεξάρτητα, να ζητούν τεκμηρίωση που να δικαιολογεί τη σύσταση της κοινοπραξίας, να εξετάζουν αν πρόκειται για άμεσους ανταγωνιστές ή αν δραστηριοποιούνται σε διαφορετικές αγορές και να αξιολογούν αν η δομή της κοινοπραξίας αντιστοιχεί στην τεχνική πολυπλοκότητα της σύμβασης.
Δεν ενδείκνυται: να αποδέχονται αόριστες αιτιολογήσεις της συνεργασίας, να αγνοούν μοτίβα επαναλαμβανόμενης από κοινού υποβολής προσφορών από τις ίδιες επιχειρήσεις ή να παραβλέπουν περιπτώσεις στις οποίες οι ίδιες επιχειρήσεις αναθέτουν υπεργολαβίες η μία στην άλλη, όταν αυτό ενδέχεται να συγκαλύπτει συμπαιγνία.
Πλαίσιο 2.8. Δράσεις ευαισθητοποίησης σχετικά με την από κοινού υποβολή προσφορών: οι κατευθυντήριες γραμμές της Δανίας
Copy link to Πλαίσιο 2.8. Δράσεις ευαισθητοποίησης σχετικά με την από κοινού υποβολή προσφορών: οι κατευθυντήριες γραμμές της ΔανίαςΤο 2018, η Αρχή Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών της Δανίας (DCCA) δημοσίευσε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την από κοινού υποβολή προσφορών, με σκοπό να βοηθήσει τις επιχειρήσεις και τις αναθέτουσες αρχές να αξιολογούν τη νομιμότητα των κοινοπραξιών που υποβάλλουν προσφορές, υπό το πρίσμα του δικαίου ανταγωνισμού.
Για να υποστηρίξουν τις αναθέτουσες αρχές, οι κατευθυντήριες γραμμές περιλαμβάνουν ένα διάγραμμα ροής με οδηγίες βήμα προς βήμα, το οποίο θέτει βασικά ερωτήματα: οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται στην ίδια αγορά; Θα μπορούσαν να έχουν υποβάλει μεμονωμένες προσφορές; Η συνεργασία οδηγεί σε οφέλη αποδοτικότητας; Το εργαλείο αυτό συμβάλλει στον εντοπισμό περιπτώσεων που ενδέχεται να απαιτούν ενδελεχή έλεγχο ή διαβούλευση με την αρχή ανταγωνισμού. Η DCCA ενθαρρύνει επίσης τις αναθέτουσες αρχές να συγκεντρώνουν τεκμηρίωση που αιτιολογεί την αναγκαιότητα της κοινής προσφοράς και να παραμένουν σε εγρήγορση για τον εντοπισμό προειδοποιητικών ενδείξεων, όπως επαναλαμβανόμενες κοινοπραξίες ή ανεξήγητες υπεργολαβικές αναθέσεις μεταξύ συχνών ανταγωνιστών.
Δεδομένου ότι παρέχουν πρακτικά εργαλεία προσαρμοσμένα στις ανάγκες των υπαλλήλων που είναι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις, οι κατευθυντήριες γραμμές της Δανίας αποτελούν ένα καλό παράδειγμα δράσης ευαισθητοποίησης που προάγει τη συμμόρφωση, στηρίζοντας παράλληλα τους αγοραστές του Δημοσίου στην προάσπιση του ανταγωνισμού.
Πηγή: DCCA (2018[24]), Guidelines on Joint Bidding Under Competition Law, https://en.kfst.dk/media/50765/050718_joint-bidding-guidelines.pdf.
2.4.5. Αποσαφήνιση των περιπτώσεων αποκλεισμού προσφερόντων που συμμετέχουν σε συμπράξεις από τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων (debarment)
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην αποσαφήνιση του τρόπου με τον οποίο οι προσφέροντες μπορούν να αποκλείονται από τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Ο αποκλεισμός προσφέροντος αφορά την απαγόρευση συμμετοχής μιας επιχείρησης σε εν εξελίξει διαγωνισμό ή σε μελλοντικές διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων, για ορισμένο χρονικό διάστημα (OECD, 2022[25]). Διασφαλίζει την ακεραιότητα των δημοσίων συμβάσεων έναντι των επιζήμιων συνεπειών της νόθευσης διαγωνισμών, λειτουργώντας τόσο σε προληπτικό όσο και σε αποτρεπτικό επίπεδο (OECD, 2022[25]). Σε κάθε έννομη τάξη ισχύουν διαφορετικές ρυθμίσεις ως προς την αρχή που είναι αρμόδια να επιβάλλει τον αποκλεισμό (αναθέτουσες αρχές ή αρχές ανταγωνισμού), ως προς το αν ο αποκλεισμός γίνεται αυτόματα ή κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής, καθώς και ως προς την επιβαλλόμενη περίοδο αποκλεισμού (OECD, 2022[25]). Η Σύσταση του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών στις δημόσιες συμβάσεις [OECD-LEGAL-0396] συνιστά να εξετάζεται «ο αποκλεισμός της επιχείρησης από εν εξελίξει ή μελλοντικούς δημόσιους διαγωνισμούς, καθώς και των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων που συμμετείχαν στη νόθευση διαγωνισμών, με διακριτική ευχέρεια αξιολόγησης του κατά πόσον ο αποκλεισμός της επιχείρησης θα οδηγούσε σε σημαντική μείωση του ανταγωνισμού, ενώ ο αποκλεισμός των φυσικών προσώπων θα πρέπει να εξετάζεται σε κάθε περίπτωση» και να «τηρείται κεντρικό μητρώο αποκλεισμού».
Σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ,13 οι παραβάσεις του δικαίου ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένης της νόθευσης διαγωνισμών, συνιστούν προαιρετικό λόγο αποκλεισμού βάσει της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ.14 Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να εφαρμόζουν αυτόν τον λόγο αποκλεισμού κατά περίπτωση και διαθέτουν διακριτική ευχέρεια να εκτιμούν εάν υπάρχουν «επαρκώς εύλογες ενδείξεις» αθέμιτης σύμπραξης που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία του προσφέροντος (European Union, 2022[26]).
Στα εργαστήρια που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου, οι αναθέτουσες αρχές εξέφρασαν αβεβαιότητα ως προς τον τρόπο ερμηνείας και άσκησης της διακριτικής τους ευχέρειας κατά την αξιολόγηση αποφάσεων αποκλεισμού. Επανειλημμένα διατυπώθηκε ανησυχία σχετικά με τους δυνητικούς νομικούς και οικονομικούς κινδύνους που συνεπάγεται ο αποκλεισμός προσφέροντος βάσει υπονοιών αθέμιτης σύμπραξης, ιδίως ελλείψει οριστικής απόφασης αρχής ανταγωνισμού ή δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση. Στα εργαστήρια εξετάστηκαν οι αρμοδιότητες των αρχών ανταγωνισμού και των αναθετουσών αρχών σε σχέση με τις αποφάσεις αποκλεισμού. Οι συμμετέχοντες έθεταν συχνά το ερώτημα ποιος φορέας θα πρέπει να έχει τον τελικό λόγο στην απόφαση αποκλεισμού ενός προσφέροντα.
Συναφώς, η πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ιδίως η απόφαση Infraestruturas de Portugal,15 έχει παράσχει χρήσιμες διευκρινίσεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, βάσει των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, η εξουσία αποκλεισμού επιχειρήσεων από διαγωνισμούς λόγω παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού δεν μπορεί να ανατίθεται αποκλειστικά στην εθνική αρχή ανταγωνισμού. Αντιθέτως, οι αναθέτουσες αρχές διατηρούν την αρμοδιότητα να αξιολογούν την αξιοπιστία των προσφερόντων και να αποφασίζουν σχετικά με τον αποκλεισμό τους. Η απόφασή τους θα πρέπει να βασίζεται σε επαρκώς εύλογες ενδείξεις αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς, ακόμη και ελλείψει οριστικής απόφασης αρχής ανταγωνισμού. Ωστόσο, η εκτίμηση της αξιοπιστίας ή μη του οικονομικού φορέα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη.
Πλαίσιο 2.9. Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τα εργαλεία για την καταπολέμηση των αθέμιτων συμπράξεων στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων και σχετικά με κατευθύνσεις για τον τρόπο εφαρμογής του συναφούς λόγου αποκλεισμού
Copy link to Πλαίσιο 2.9. Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τα εργαλεία για την καταπολέμηση των αθέμιτων συμπράξεων στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων και σχετικά με κατευθύνσεις για τον τρόπο εφαρμογής του συναφούς λόγου αποκλεισμούΤο 2021, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε την «Ανακοίνωση σχετικά με τα εργαλεία για την καταπολέμηση των αθέμιτων συμπράξεων στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων και σχετικά με κατευθύνσεις για τον τρόπο εφαρμογής του συναφούς λόγου αποκλεισμού».
Η Ανακοίνωση διευκρινίζει ότι ο αποκλεισμός δεν αποτελεί από μόνος του κύρωση, αλλά περισσότερο ένα μέτρο για τη διαφύλαξη της ακεραιότητας και της αξιοπιστίας της διαγωνιστικής διαδικασίας. Στις αναθέτουσες αρχές παρέχεται ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας ώστε να αξιολογούν, κατά περίπτωση, αν υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις, χωρίς να απαιτείται οριστική απόφαση αρχής ανταγωνισμού ή δικαστηρίου.
Στην Ανακοίνωση παρουσιάζονται:
το νομικό πλαίσιο και το ευρύ περιθώριο εκτίμησης που αναγνωρίζεται στις αναθέτουσες αρχές
η διαφορά μεταξύ «ενδείξεων» αθέμιτης σύμπραξης και επίσημων «στοιχείων»
παραδείγματα πραγματικών περιστατικών που μπορούν να συνιστούν εύλογες ενδείξεις (όπως ασυνήθιστες τιμές, πανομοιότυπα σφάλματα, εκ των προτέρων παραγγελίες υλικών κ.λπ.)
ο τρόπος αντιμετώπισης προσφορών από συνδεδεμένες εταιρείες, από προσφέροντες που υποβάλλουν κοινή προσφορά ή από υπεργολάβους
το δικαίωμα των οικονομικών φορέων να αποδείξουν την αξιοπιστία τους μέσω μέτρων «αυτοκάθαρσης»
η ανάγκη οι αποφάσεις αποκλεισμού να τεκμηριώνονται επαρκώς και να είναι αναλογικές
η αξία της διαβούλευσης με τις αρχές ανταγωνισμού σε σύνθετες υποθέσεις.
Οι κατευθύνσεις αποσκοπούν, εντέλει, στην ενίσχυση των αναθετουσών αρχών, ώστε να ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια με σιγουριά, διασφαλίζοντας παράλληλα τη δικονομική ισότητα και ελαχιστοποιώντας τους νομικούς κινδύνους.
Πηγή: European Commission (2021[27]), Notice on tools to fight collusion in public procurement and on guidance on how to apply the related exclusion ground (2021/C 91/01), https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=oj:JOC_2021_091_R_0001.
Η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στις αναθέτουσες αρχές σημαίνει ότι δεν υπάρχει ενιαίο κριτήριο ως προς το ποια στοιχεία είναι επαρκή ή ποια μέτρα αυτοκάθαρσης κρίνονται κατάλληλα για να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό. Μολονότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ενισχύει την ικανότητα των αναθετουσών αρχών να διαφυλάσσουν την ακεραιότητα των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, πρέπει να ασκείται σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (European Union, 2022[26]). Η αναλογικότητα απαιτεί προσεκτική συνεκτίμηση των συνθηκών της αγοράς: σε συγκεντρωμένες ή ολιγοπωλιακές αγορές, ο αποκλεισμός όλων των συμμετεχόντων σε σχήμα αθέμιτης σύμπραξης μπορεί να μειώσει σημαντικά τον ανταγωνισμό και να υπονομεύσει τα αποτελέσματα της διαδικασίας ανάθεσης (OECD, 2022[25]). Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αρχές μπορούν να εξετάζουν εναλλακτικές προσεγγίσεις, όπως τον αποκλεισμό μόνο του επικεφαλής της σύμπραξης, τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του αποκλεισμού σε συγκεκριμένες θυγατρικές ή συμβάσεις, ή την εφαρμογή βραχύτερων περιόδων αποκλεισμού (OECD, 2022[25]) (βλ. Πλαίσιο 2.10).
Ο αποκλεισμός πρέπει επίσης να σταθμίζεται προσεκτικά σε σχέση με την ανάγκη διατήρησης κινήτρων για την υποβολή αιτήσεων επιείκειας. Η Σύσταση του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών [OECD/LEGAL/0396] συνιστά την εξαίρεση από τον αποκλεισμό ή τη σύντμηση της περιόδου αποκλεισμού για τις επιχειρήσεις που πρώτες υπέβαλαν επιτυχώς αίτηση επιείκειας. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να διατηρήσει τα κίνητρα υπαγωγής σε προγράμματα επιείκειας, διατηρώντας παράλληλα τον αποκλεισμό ως κύρωση.
Πριν οι αναθέτουσες αρχές προβούν στον αποκλεισμό μιας επιχείρησης, πρέπει να της δώσουν τη δυνατότητα να προσκομίσει στοιχεία σχετικά με τα μέτρα αυτοκάθαρσης που έχει λάβει, προκειμένου να αποδείξει την αξιοπιστία της (European Union, 2022[26]). Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν την καταβολή αποζημίωσης για τυχόν ζημίες, τη συνεργασία με τις ερευνητικές αρχές και τη λήψη τεχνικών και οργανωτικών μέτρων, καθώς και μέτρων σε επίπεδο προσωπικού (OECD, 2022[25]). Σε υποθέσεις αθέμιτης σύμπραξης, η ενεργός συνεργασία της επιχείρησης με την αρχή ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων μέσω προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης ή διαδικασίας διευθέτησης, αποτελεί σημαντικό στοιχείο της αυτοκάθαρσης. Πράγματι, η ενεργός και οικειοθελής συνεργασία του αιτούντος επιεική μεταχείριση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού. Ειδικότερα, όταν ο φορέας που αιτείται επιεική μεταχείριση προσέρχεται οικειοθελώς στην αρχή ανταγωνισμού (την Επιτροπή ή εθνική αρχή ανταγωνισμού), γνωστοποιεί τη συμμετοχή του στη συμπαιγνιακή συμφωνία και παρέχει όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, συμβάλλει στην απόδειξη της παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού. Οι οικονομικοί φορείς που έχουν αναγνωρίσει τη συμμετοχή τους σε αθέμιτη σύμπραξη, έχουν καταβάλει τα πρόστιμα που τους επιβλήθηκαν και έχουν λάβει αποτελεσματικά μέτρα αυτοκάθαρσης, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν αποκαταστήσει επαρκώς την αξιοπιστία τους και, ως εκ τούτου, να αποφύγουν τον αποκλεισμό (European Union, 2022[26]).
Τέλος, η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ αναθετουσών αρχών και αρχών ανταγωνισμού είναι κρίσιμη για την ορθή εφαρμογή του αποκλεισμού προσφερόντων σε υποθέσεις αθέμιτης σύμπραξης. Οι οδηγίες της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις δεν απαιτούν από τις αναθέτουσες αρχές να συμβουλεύονται τις αρχές ανταγωνισμού προτού λάβουν αποφάσεις αποκλεισμού. Ωστόσο, η σχετική διαβούλευση ενθαρρύνεται, ιδίως σε σύνθετες ή ευαίσθητες υποθέσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται ο συντονισμός των ενεργειών μεταξύ των αρχών (European Commission, 2021[27]). Η καθοδήγηση από τις αρχές ανταγωνισμού μπορεί να συμβάλει στη διευκρίνιση του κατά πόσον ύποπτα μοτίβα υποδηλώνουν αθέμιτη σύμπραξη, στην αξιολόγηση της επάρκειας των μέτρων «αυτοκάθαρσης», στην αποφυγή επιβολής κυρώσεων σε επιχειρήσεις που έχουν συνεργαστεί στο πλαίσιο ερευνών των αρχών ανταγωνισμού, και στη μείωση του κινδύνου νομικών ενστάσεων. Όπως τονίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια των εργαστηρίων, η εφαρμογή μέτρων για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών, συμπεριλαμβανομένου του αποκλεισμού προσφερόντων, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κοινός στόχος και όχι ως πηγή θεσμικής έντασης.
Οι παράμετροι που παρατίθενται στο Πλαίσιο 2.10 είναι χρήσιμες όταν τίθεται ζήτημα αποκλεισμού προσφερόντων, λόγω αποδεδειγμένης ή εικαζόμενης συμμετοχής σε νόθευση διαγωνισμών.
Πλαίσιο 2.10. Στοιχεία προς συνεκτίμηση όταν τίθεται ζήτημα αποκλεισμού προσφερόντων
Copy link to Πλαίσιο 2.10. Στοιχεία προς συνεκτίμηση όταν τίθεται ζήτημα αποκλεισμού προσφερόντωνΟι αναθέτουσες αρχές ή άλλοι φορείς μπορούν να συνεκτιμούν τα ακόλουθα στοιχεία όταν αποφασίζουν αν θα αποκλείσουν προσφέροντα για τον οποίο έχει διαπιστωθεί ότι συμμετείχε σε αθέμιτη σύμπραξη:
Υπάρχουν εναλλακτικές κυρώσεις αντί του αποκλεισμού προσφέροντος, οι οποίες μπορεί να είναι εξίσου ή περισσότερο αποτελεσματικές; Οι κυρώσεις αυτές μπορεί να συνίστανται σε:
ποινικές κυρώσεις
πρόστιμα σε επιχειρήσεις ή φυσικά πρόσωπα
απαγόρευση άσκησης καθηκόντων διοίκησης
Εάν όχι, είναι η αγορά ολιγοπωλιακή; Χαρακτηρίζεται η αγορά αυτή από κάποιον από τους ακόλουθους παράγοντες;
μικρό αριθμό προμηθευτών
υψηλούς φραγμούς εισόδου (ρυθμιστικούς, στρατηγικούς ή συμπεριφορικούς) ή ισχυρά αποτελέσματα δικτύου
ομοιογενή προϊόντα
στενή σχέση ανταγωνισμού
παράλληλη ή αλληλεξαρτώμενη συμπεριφορά των συμμετεχόντων στην αγορά (έξυπνη προσαρμογή στην εμπορική στρατηγική των ανταγωνιστών)
ύπαρξη οικονομικών, συμβατικών και διαρθρωτικών δεσμών που καθιστούν δυνατή την παράλληλη συμπεριφορά (όπως μέσω διασταυρούμενων συμμετοχών ή κοινών μελών διοικητικών οργάνων)
υψηλή διαφάνεια ως προς τις τιμές
Εάν η αγορά είναι ολιγοπωλιακή, είναι εφικτή κάποια από τις ακόλουθες επιλογές;
Μπορεί να αποκλειστεί μόνο ένας από τους συμμετέχοντες στο σχήμα νόθευσης διαγωνισμών, όπως ο επικεφαλής ή ο υποκινητής;
Είναι δυνατό και αποτελεσματικό να περιοριστεί ο αποκλεισμός σε θυγατρική εταιρεία, σε συγκεκριμένο τμήμα ή σε υποκατάστημα;
Είναι δυνατό και αποτελεσματικό να περιοριστεί ο αποκλεισμός σε συμβάσεις ορισμένης αξίας, σε συγκεκριμένη αγορά ή σε συγκεκριμένη αναθέτουσα αρχή;
Είναι δυνατό και αποτελεσματικό να συντμηθεί η διάρκεια του αποκλεισμού;
Ποια μέτρα αυτοκάθαρσης ή άλλα μέτρα διαχείρισης κινδύνων θα καθιστούσαν δυνατή την ασφαλή συμμετοχή του σχετικού οικονομικού φορέα σε μελλοντικούς διαγωνισμούς;
Είναι δυνατό και αποτελεσματικό να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά εργαλεία για την αντιμετώπιση της παράβασης (π.χ. συστήματα επιβράβευσης);
Πηγή: OECD (2022[25]), Director Disqualification and Bidder Exclusion in Competition Enforcement, https://doi.org/10.1787/fe39ea1a-en.
Το Συμβούλιο Ανταγωνισμού της Ρουμανίας (RCC) τηρεί διαδικτυακό κατάλογο επιχειρήσεων για τις οποίες έχει διαπιστωθεί συμμετοχή σε νόθευση διαγωνισμών, ο οποίος αναφέρει τα στοιχεία της απόφασης διαπίστωσης της παράβασης, αν η επιχείρηση υπέβαλε αίτηση επιεικούς μεταχείρισης ή αναγνώρισε την παράβαση, καθώς και αν έλαβε μέτρα αυτοκάθαρσης (όπως η εφαρμογή προγράμματος συμμόρφωσης). Μέσω της δημοσιοποίησης αυτών των πληροφοριών, το RCC στηρίζει τους αγοραστές του Δημοσίου κατά τη διενέργεια ελέγχων δέουσας επιμέλειας (due diligence). Παράλληλα, η πρωτοβουλία αυτή συμβάλλει στην αποτροπή παραβάσεων, καθώς εκθέτει τις επιχειρήσεις σε αυξημένο κίνδυνο βλάβης της φήμης τους (RCC, 2025[28]).
2.4.6. Ενθάρρυνση της χρήσης εργαλείων ανώνυμης παροχής πληροφοριών
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στην ενθάρρυνση της χρήσης διαύλων ανώνυμης παροχής πληροφοριών κι αναφορών, αποσαφηνίζοντας τον τρόπο λειτουργίας τους και τις προβλεπόμενες εγγυήσεις προστασίας. Τα εργαλεία ανώνυμης παροχής πληροφοριών έχουν αναδειχθεί σε πολύτιμο μηχανισμό για την αναφορά αντιανταγωνιστικών πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων των παράνομων συμπράξεων νόθευσης διαγωνισμών. Αυτό συμβαίνει γιατί παρέχουν τη δυνατότητα σε φυσικά πρόσωπα (όπως σε εργαζόμενους σε επιχειρήσεις που υποβάλλουν προσφορές ή ακόμη και υπαλλήλους που ασχολούνται με δημόσιες συμβάσεις), να αναφέρουν εμπιστευτικά υπόνοιες παραβατικής συμπεριφοράς, χωρίς τον φόβο αντιποίνων. Έτσι, προσφέρουν μια διέξοδο σε όσους δεν επιθυμούν ή δεν είναι σε θέση να αναφέρουν επισήμως μια παράνομη δραστηριότητα.
Οι έξι αρχές ανταγωνισμού που συμμετέχουν στο παρόν έργο διαθέτουν ψηφιακές πλατφόρμες ανώνυμης παροχής πληροφοριών.16 Η Επιτροπή διαθέτει επίσης ένα εργαλείο ανώνυμης παροχής πληροφοριών για παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού, το οποίο τέθηκε σε λειτουργία το 2017 και πρόσφατα αναβαθμίστηκε με σκοπό τη βελτίωση της προσβασιμότητας για τους χρήστες και της ασφάλειας των δεδομένων (OECD, 2023[29]). Η Οδηγία της ΕΕ για την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης17 απαιτεί από τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ασφαλείς διαύλους αναφοράς. Απαιτεί επίσης την προστασία των προσώπων που υποβάλλουν αναφορά από αντίποινα, την τήρηση της εμπιστευτικότητας της ταυτότητάς τους και την παροχή εξασφαλίσεων έναντι της απόλυσης, του υποβιβασμού ή άλλων μορφών αντιποίνων στον χώρο εργασίας.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης σχετικά με τις πλατφόρμες ανώνυμης παροχής πληροφοριών μπορούν να εξηγούν ότι πρόκειται για ασφαλή, ανώνυμα εργαλεία για την αναφορά υπονοιών αθέμιτης σύμπραξης στις δημόσιες συμβάσεις. Το ενημερωτικό υλικό και τα εκπαιδευτικά προγράμματα θα πρέπει να περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο τα φυσικά πρόσωπα (δημόσιοι λειτουργοί, εργαζόμενοι ή τρίτοι) μπορούν να υποβάλουν αναφορά, σε ποια αρχή πρέπει να απευθυνθούν (όπως η εθνική αρχή ανταγωνισμού ή η Επιτροπή) και τι είδους πληροφορίες θα πρέπει να καταθέσουν. Θα πρέπει επίσης να διαβεβαιώνουν τα πρόσωπα που εξετάζουν το ενδεχόμενο υποβολής αναφοράς ότι η ταυτότητά τους θα προστατεύεται και ότι δεν θα υποστούν αντίποινα. Η ανάδειξη των νομικών εγγυήσεων που προβλέπονται από την Οδηγία της ΕΕ για την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση αυτού του μηνύματος και να ενθαρρύνει περισσότερα πρόσωπα να υποβάλουν αναφορές.18
Πλαίσιο 2.11. Ελλάδα: ειδική πλατφόρμα ανώνυμης παροχής πληροφοριών για αναθέτουσες αρχές
Copy link to Πλαίσιο 2.11. Ελλάδα: ειδική πλατφόρμα ανώνυμης παροχής πληροφοριών για αναθέτουσες αρχέςΤο 2022, η Επιτροπή Ανταγωνισμού της Ελλάδας δημιούργησε μια ειδική ψηφιακή πλατφόρμα ανώνυμης παροχής πληροφοριών αποκλειστικά για τις αναθέτουσες αρχές (www.epant.gr/bidrigalert), με σκοπό την ενίσχυση του εντοπισμού της νόθευσης διαγωνισμών στις δημόσιες συμβάσεις. Το εργαλείο αυτό επιτρέπει στους υπαλλήλους που συμμετέχουν σε διαγωνιστικές διαδικασίες να αναφέρουν υπόνοιες αθέμιτης σύμπραξης, σε συνθήκες πλήρους εμπιστευτικότητας.
Για την προώθηση της χρήσης του εργαλείου αυτού, η Επιτροπή Ανταγωνισμού οργάνωσε μια εκστρατεία ενημέρωσης του κοινού, με ραδιοφωνικές μεταδόσεις και στοχευμένες δράσεις προβολής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι προσπάθειες αυτές απέδωσαν καρπούς: ο αριθμός των ανώνυμων αναφορών που έλαβε η αρχή αυξήθηκε κατά περισσότερο από 150% μεταξύ 2021 και 2022, από 42 σε 147 αναφορές.
Το σύστημα ανώνυμης παροχής πληροφοριών διαθέτει τεχνολογικά προηγμένες δικλείδες ασφαλείας για την προστασία της εμπιστευτικότητας και την αποτροπή αντιποίνων, ενισχύοντας έτσι την εμπιστοσύνη των δημοσίων λειτουργών και ενθαρρύνοντας την ενεργό συνεργασία τους στην καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών.
Πηγή: HCC (2023[30]), Annual Report on Competition Policy Developments in Greece – 2022, https://one.oecd.org/document/DAF/COMP/AR(2023)14/en/pdf.
2.4.7. Ευαισθητοποίηση σχετικά με τα προγράμματα επιείκειας, τις προϋποθέσεις και τα οφέλη τους
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης είναι απαραίτητες για να εξηγηθεί πώς λειτουργούν τα προγράμματα επιείκειας, ποια οφέλη προσφέρουν και πώς συνδυάζονται με άλλα εργαλεία επιβολής του νόμου. Τα προγράμματα επιείκειας παρέχουν κίνητρα στις επιχειρήσεις να αποκαλύπτουν αυτοβούλως τη συμμετοχή τους σε πρακτικές αθέμιτης σύμπραξης, με αντάλλαγμα την πλήρη ή μερική απαλλαγή από τα πρόστιμα. Τα προγράμματα αυτά μπορούν να φέρουν στο φως πρακτικές που διαφορετικά δεν θα εντοπίζονταν και να διευκολύνουν τις έρευνες, παρέχοντας πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία από το εσωτερικό της σύμπραξης (OECD, 2023[29]). Η επιείκεια παραμένει ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους οι αρχές ανταγωνισμού για τον εντοπισμό και την εξάρθρωση παράνομων συμπράξεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν δημόσιες συμβάσεις.
Στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, η χρήση μηχανισμών επιείκειας έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια (βλ. Σχήμα 2.3). Ωστόσο, στις περισσότερες χώρες που συμμετέχουν στο παρόν έργο, οι αιτήσεις υπαγωγής σε προγράμματα επιείκειας ήταν περιορισμένες. Αυτό ενδεχομένως οφείλεται σε εμπόδια που συνδέονται με την κουλτούρα, στενούς επιχειρηματικούς δεσμούς ή περιορισμένη ενημέρωση σχετικά με τα οφέλη και την προστασία που παρέχουν τα προγράμματα αυτά.
Σχήμα 2.3. Αριθμός αιτήσεων επιείκειας, 2015‑2023
Copy link to Σχήμα 2.3. Αριθμός αιτήσεων επιείκειας, 2015‑2023
Σημείωση: Τα στοιχεία βασίζονται στις 47 δικαιοδοσίες της βάσης δεδομένων OECD CompStats που παρείχαν στοιχεία για τις αιτήσεις επιείκειας για εννέα έτη. Το σχήμα δεν παρουσιάζει στοιχεία από τις αρχές ανταγωνισμού των Ηνωμένων Πολιτειών.
Πηγή: OECD CompStats database∙ OECD (2025[31]), OECD Competition Trends 2025, https://doi.org/10.1787/8c4bd00b-en.
Αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται στοχευμένες δράσεις ευαισθητοποίησης σχετικά με τα προγράμματα επιείκειας προς τον ιδιωτικό τομέα, ώστε οι επιχειρήσεις να κατανοούν τα οφέλη τους και τις προϋποθέσεις υποβολής αίτησης. Οι αρχές θα πρέπει επίσης να εξηγούν πώς συνδέεται η επιείκεια με άλλες έννομες συνέπειες. Για παράδειγμα, μπορούν οι αιτούντες επιείκεια να μην βρεθούν αντιμέτωποι με αποκλεισμό από διαγωνιστικές διαδικασίες ή από ποινική ευθύνη; Μπορεί να περιοριστεί η ευθύνη τους για καταβολή αποζημίωσης;
Στα εργαστήρια του έργου, οι συμμετέχοντες επισήμαναν ότι τα προγράμματα επιείκειας θεωρείται ότι ενέχουν κινδύνους, λόγω του ενδεχόμενου αποκλεισμού από δημόσιους διαγωνισμούς. Ορισμένες αρχές ανέφεραν επίσης τη δυσκολία που προκύπτει από την ανάγκη εξισορρόπησης της προστασίας της εμπιστευτικότητας των δηλώσεων επιείκειας με τα αιτήματα των αναθετουσών αρχών για πληροφορίες προς υποστήριξη αξιολογήσεων αυτοκάθαρσης ή αποφάσεων αποκλεισμού. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη σημασία ενός ορθά σταθμισμένου ρυθμιστικού πλαισίου που προστατεύει τους αιτούντες επιείκεια. Η Σύσταση του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών στις δημόσιες συμβάσεις [OECD/LEGAL/0396] συνιστά να εξετάζεται η εξαίρεση της πρώτης επιχείρησης που υπάγεται επιτυχώς σε πρόγραμμα επιείκειας από τον αποκλεισμό.
Για να ενισχυθούν τα κίνητρα υποβολής αιτήσεων επιείκειας, οι δράσεις ευαισθητοποίησης προς τον ιδιωτικό τομέα θα πρέπει επίσης να εξηγούν τη σχέση μεταξύ των προγραμμάτων επιείκειας και της ιδιωτικής επιβολής του δικαίου του ανταγωνισμού από ζημιωθέντες που ζητούν αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε από σύμπραξη, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων περιορισμών ευθύνης. Οι αιτούντες ασυλία αποκαλύπτουν τη σύμπραξη και τον ρόλο τους σε αυτήν. Δεδομένου ότι δεν προσβάλλουν την απόφαση της αρχής ανταγωνισμού με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση, η διαπίστωση της ευθύνης τους καθίσταται οριστική νωρίτερα, με αποτέλεσμα να αποτελούν νωρίτερα στόχο αγωγών αποζημίωσης (OECD, 2018[32]). Αναγνωρίζοντας αυτόν τον κίνδυνο, η Οδηγία της ΕΕ για τις αγωγές αποζημίωσης19 περιορίζει την αστική ευθύνη των δικαιούχων ασυλίας στη ζημία που προκάλεσαν στους δικούς τους άμεσους ή έμμεσους αγοραστές ή προμηθευτές, προστατεύοντας παράλληλα, όλες τις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης από δημοσιοποίηση. Η ΓΔ Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG COMP) παρείχε σχετικές διευκρινίσεις και επεξηγήσεις στα εργαστήρια που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου.
Ομοίως, η σχέση μεταξύ των προγραμμάτων επιείκειας και της ποινικής αντιμετώπισης θα πρέπει να αποσαφηνίζεται μέσω δράσεων ευαισθητοποίησης. Οι ποινικές κυρώσεις (ιδίως η απειλή φυλάκισης για φυσικά πρόσωπα) μπορούν να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων επιείκειας, εφόσον τα προγράμματα αυτά προβλέπουν απαλλαγή από ποινική ευθύνη.
Από τις έξι δικαιοδοσίες που συμμετέχουν στο έργο, η Αυστρία, η Ελλάδα, η Κροατία και η Ρουμανία προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για τη νόθευση διαγωνισμών, αν και ο βαθμός επιβολής των μέτρων διαφέρει από χώρα σε χώρα: τρεις από αυτές παρέχουν ποινική ασυλία σε όσους υποβάλλουν επιτυχώς αίτηση επιείκειας. Στην Αυστρία, τα φυσικά πρόσωπα που συνεργάζονται πλήρως με τις αρχές και τα δικαστήρια σε έρευνες για παραβάσεις του δικαίου ανταγωνισμού μπορούν να τύχουν ασυλίας από ποινική δίωξη, βάσει του άρθρου 209b του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.20 Στην Ελλάδα, όταν έχει χορηγηθεί σε επιχείρηση πλήρης απαλλαγή από τα πρόστιμα, εξαλείφεται το αξιόποινο για τα εμπλεκόμενα φυσικά πρόσωπα, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 44 παράγραφος 3Α του ν. 3959/2011 για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού.21 Στη Ρουμανία, τα στελέχη διοίκησης, οι διευθυντές, οι διαχειριστές και οι νόμιμοι εκπρόσωποι εταιρείας μπορούν να απαλλαγούν από ποινική ευθύνη βάσει του άρθρου 65 παράγραφος 1 του νόμου περί ανταγωνισμού, εφόσον η εταιρεία υποβάλει αίτηση επιείκειας πριν από την έναρξη της ποινικής έρευνας και το ενδιαφερόμενο πρόσωπο συνεργαστεί με τις εισαγγελικές αρχές (OECD, 2023[33]).
Στην Κροατία, η υποβολή αίτησης επιείκειας δεν απαλλάσσει τις επιχειρήσεις ή τα φυσικά πρόσωπα από την ποινική δίωξη22 (OECD, 2023[34]): η απόφαση για την κίνηση ποινικής διαδικασίας εναπόκειται στην Εισαγγελία, σύμφωνα με την εθνική ποινική νομοθεσία. Η Εισαγγελία μπορεί να αποφασίσει να μην κινήσει διαδικασία κατά νυν ή πρώην διευθυντών, διοικητικών στελεχών ή άλλων μελών του προσωπικού επιχείρησης που αιτείται απαλλαγή από τα πρόστιμα στο πλαίσιο προγράμματος επιείκειας. Μπορεί επίσης να μην επιδιώξει την επιβολή κυρώσεων κατά των προσώπων αυτών σε διοικητικές διαδικασίες ή συναφείς διοικητικές διαφορές σχετικά με τη συμμετοχή τους σε σύμπραξη, υπό την προϋπόθεση ότι: (1) η αίτηση της επιχείρησης για απαλλαγή από τα πρόστιμα πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις που διέπουν την απαλλαγή από τα πρόστιμα ή τη μείωσή τους, και (2) οι νυν ή πρώην διευθυντές, τα διοικητικά στελέχη ή τα άλλα μέλη του προσωπικού συνεργάζονται ενεργά με την Αρχή. Η Εισαγγελία μπορεί επίσης να προτείνει τον μετριασμό των ποινών, ανάλογα με την αξία της συνεργασίας. Τέλος, η Εισαγγελία μπορεί να αποφασίσει να μην κινήσει ποινική διαδικασία ή να προτείνει στο αρμόδιο δικαστήριο τον μετριασμό των κυρώσεων στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, όταν η συμβολή του φυσικού προσώπου στον εντοπισμό και τη διερεύνηση της σύμπραξης υπερτερεί του δημόσιου συμφέροντος για την άσκηση ποινικής δίωξης ή/και την επιβολή κυρώσεων.
Στο πλαίσιο των δράσεων ευαισθητοποίησης, οι αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει επίσης να ενημερώνουν κατά πόσον η απαλλαγή που παρέχεται βάσει των προγραμμάτων επιείκειας καλύπτει και τα φυσικά πρόσωπα, καθώς και να αποσαφηνίζουν τις σχετικές διαδικαστικές εγγυήσεις. Θα πρέπει επίσης να συνεργάζονται στενά με τις εισαγγελικές αρχές, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέπεια στην αντιμετώπιση των υποθέσεων.
Τέλος, οι δράσεις ευαισθητοποίησης θα πρέπει να τονίζουν ότι τα προγράμματα επιείκειας αποδίδουν όταν χρησιμοποιούνται και άλλα εργαλεία ανίχνευσης (όπως οι μέθοδοι ελέγχου που παρουσιάζονται στην επόμενη υποενότητα), καθώς έτσι αυξάνεται η αντίληψη του κινδύνου εντοπισμού και ενθαρρύνεται η αυτόβουλη αποκάλυψη. Οι επιχειρήσεις είναι πιθανότερο να υποβάλουν αίτηση επιείκειας όταν θεωρούν ότι οι αρχές μπορούν να αποκαλύψουν συμπράξεις με αυτεπάγγελτα μέσα (OECD, 2018[32]).
Πλαίσιο 2.12. Ευαισθητοποίηση σχετικά με τα προγράμματα επιείκειας: παράδειγμα ορθής πρακτικής από την Αυστρία
Copy link to Πλαίσιο 2.12. Ευαισθητοποίηση σχετικά με τα προγράμματα επιείκειας: παράδειγμα ορθής πρακτικής από την ΑυστρίαΗ Ομοσπονδιακή Αρχή Ανταγωνισμού της Αυστρίας (AFCA) έχει δημοσιεύσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το πρόγραμμα επιείκειας που εφαρμόζει και ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με συμπράξεις, συμπεριλαμβανομένης της νόθευσης διαγωνισμών. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες επικαιροποιήθηκαν τελευταία φορά το 2022, είναι δημόσια διαθέσιμες και σκοπός τους είναι να παρέχουν πληροφόρηση στις επιχειρήσεις που εξετάζουν το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης επιείκειας.
Οι κατευθυντήριες γραμμές εξηγούν ότι η πλήρης απαλλαγή από τα πρόστιμα είναι διαθέσιμη στην πρώτη επιχείρηση που παρέχει καθοριστικές πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν στην AFCA να κινήσει ή να υποστηρίξει έρευνα σχετικά με μια σύμπραξη. Οι επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση σε μεταγενέστερο στάδιο μπορούν να επωφεληθούν από μειώσεις προστίμων, ανάλογα με την προστιθέμενη αξία των πληροφοριών που παρέχουν. Το έγγραφο καθορίζει επίσης τα κριτήρια για την απαλλαγή και τη μείωση των προστίμων, συμπεριλαμβανομένης της παύσης της συμμετοχής στην παράβαση, της πλήρους συνεργασίας με την AFCA και της μη άσκησης πίεσης σε άλλους συμμετέχοντες.
Οι κατευθυντήριες γραμμές περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις μπορούν να υποβάλουν αίτηση επιείκειας, μεταξύ άλλων μέσω αιτήματος χορήγησης αριθμού προτεραιότητας ή συνοπτικής αίτησης. Αποσαφηνίζουν επίσης την ευνοϊκή μεταχείριση των αιτούντων επιείκεια σε αγωγές αποζημίωσης και ποινικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των μέσων προστασίας που προβλέπονται στο άρθρο 209b του αυστριακού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Η δημοσίευση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών αποτελεί βασικό εργαλείο ευαισθητοποίησης. Ενισχύει την ασφάλεια δικαίου, προωθεί την αυτόβουλη αποκάλυψη παραβάσεων και ενισχύει την αξιοπιστία του προγράμματος επιείκειας, καθορίζοντας σαφείς προσδοκίες, διαδικασίες και μέσα προστασίας για τους αιτούντες.
Πηγή: AFCA (2022[35]), Leniency Programme Guidelines, https://www.bwb.gv.at/fileadmin/user_upload/Leitfaden_Kronzeugen_final_en-GBclean_04.11.2022.pdf.
2.4.8. Προώθηση της πρόσβασης σε δεδομένα για τις δημόσιες συμβάσεις με σκοπό τον εντοπισμό συμπράξεων
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να βοηθήσουν τα ενδιαφερόμενα μέρη να κατανοήσουν γιατί τα ολοκληρωμένα και υψηλής ποιότητας δεδομένα για τις δημόσιες συμβάσεις μπορούν να συμβάλουν στον εντοπισμό παράνομων συμπράξεων από τις αρχές ανταγωνισμού, καθώς και πώς θα πρέπει να συλλέγονται, να αποθηκεύονται και να ανταλλάσσονται. Η Σύσταση του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών στις δημόσιες συμβάσεις [OECD/LEGAL/0396] συνιστά να εξεταστεί η ανάπτυξη «ψηφιακών φίλτρων (screens) για δεδομένα δημοσίων συμβάσεων προκειμένου να διευκολυνθεί ο εντοπισμός συμπράξεων νόθευσης διαγωνισμών». Ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτόν ενθαρρύνεται η εφαρμογή από τις αρχές ανταγωνισμού λογισμικών ελέγχου σε δεδομένα δημοσίων συμβάσεων για τον εντοπισμό προειδοποιητικών ενδείξεων. Τα αποτελέσματα των εργαλείων ελέγχου νόθευσης διαγωνισμών μπορούν να συμβάλουν στην έναρξη ερευνών και στην αιτιολόγηση αιφνιδιαστικών ελέγχων. Ουσιαστικά, τα ευρήματα του ελέγχου είναι χρήσιμα ως προειδοποιητικές ενδείξεις που ενδέχεται να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση, αλλά σπάνια αποτελούν από μόνα τους επαρκή αποδεικτικά στοιχεία (OECD, 2022[36]).
Για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά οι έλεγχοι, οι αρχές χρειάζονται πρόσβαση σε ολοκληρωμένα, αναλυτικά και ακριβή δεδομένα για τις δημόσιες συμβάσεις. Τα ασυνεπή και χαμηλής ποιότητας δεδομένα, καθώς και οι κατακερματισμένες πηγές, δυσχεραίνουν τη διενέργεια ελέγχων. Επιπλέον, όταν η αρχή ανταγωνισμού δεν έχει πρόσβαση σε μη δημόσια δεδομένα για τις δημόσιες συμβάσεις, η διενέργεια ελέγχων δεν είναι καν εφικτή.
Στα εργαστήρια και κατά τις διερευνητικές εργασίες του έργου, οι έξι αρχές ανταγωνισμού και διεθνείς εξειδικευμένοι εισηγητές τόνιζαν συστηματικά τη σημασία των μηχαναγνώσιμων δεδομένων για τις δημόσιες συμβάσεις και της πρόσβασης των αρχών σε αυτά. Η πρόσβαση αυτή θα μπορούσε να εξασφαλιστεί, μεταξύ άλλων, μέσω συμφωνιών με δημόσιους φορείς που διαχειρίζονται τις εθνικές πλατφόρμες δημοσίων συμβάσεων. Οι αρχές ανέφεραν σειρά εμποδίων, όπως αποκεντρωμένα συστήματα δημοσίων συμβάσεων, περιορισμένα δικαιώματα πρόσβασης στα δεδομένα και μορφότυπους που δεν είναι μηχαναγνώσιμοι, όπως σαρωμένα έγγραφα.
Το Συμβούλιο Ανταγωνισμού της Ρουμανίας (RCC) έχει πρόσβαση σε δεδομένα δημοσίων συμβάσεων, μολονότι μεγάλο μέρος των δεδομένων εξακολουθεί να είναι αποθηκευμένο σε μη δομημένα αρχεία PDF, γεγονός που δυσχεραίνει την ανάλυση σε μεγάλη κλίμακα. Η Αρχή Ανταγωνισμού της Κροατίας (CCA) έχει επίσης πρόσβαση στη βάση δεδομένων για τις δημόσιες συμβάσεις, αλλά αντιμετωπίζει περιορισμούς λόγω των δυνατοτήτων αναζήτησης και των μορφότυπων των δεδομένων (π.χ. σαρωμένα αρχεία JPG). Η Επιτροπή Ανταγωνισμού της Ελλάδας (ΕΑ) τόνισε ότι χρειάζεται εύκολη πρόσβαση σε μη δημόσια δεδομένα για τις δημόσιες συμβάσεις (όπως μη επιτυχείς προσφορές ή τα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς που διενεργεί η αναθέτουσα αρχή πριν από τον διαγωνισμό), προκειμένου να αξιολογεί κατά πόσον η συμπεριφορά ενός προσφέροντος είναι προβληματική. Μετά από εκτενή διαβούλευση μεταξύ των αρχών, η τροποποίηση του ν. 3959/2011 (τον Νοέμβριο του 2025) παρέχει ρητά στην ΕΑ πλήρη πρόσβαση στο Εθνικό Σύστημα Ηλεκτρονικών Δημόσιων Συμβάσεων (ΟΠΣ - ΕΣΗΔΗΣ) και τη δυνατότητα διασύνδεσης με τα πληροφοριακά συστήματα άλλων φορέων του δημόσιου τομέα.23 Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΕΠΑ) αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη εύκολης και άμεσης πρόσβασης σε δεδομένα δημοσίων συμβάσεων (συμπεριλαμβανομένων μη επιτυχών προσφορών, υπεργολαβιών ή των αποτελεσμάτων της έρευνας αγοράς που διενεργεί η αναθέτουσα αρχή πριν από τον διαγωνισμό), προκειμένου να μπορεί να κατανοεί και να εντοπίζει προειδοποιητικές ενδείξεις.
Ωστόσο, παρά τις δυσκολίες, όλες οι δικαιοδοσίες αναγνώρισαν ότι υπάρχει αυξανόμενη θεσμική δέσμευση για την επιβολή του δικαίου με την αξιοποίηση δεδομένων, καθώς και η ανάγκη να δοθεί προτεραιότητα στις προσπάθειες ψηφιοποίησης στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων.
Για να μπορούν οι έλεγχοι να εφαρμόζονται στην πράξη και να είναι αποτελεσματικοί, τα ψηφιακά συστήματα δημοσίων συμβάσεων πρέπει να καταγράφουν και να αποθηκεύουν σε μηχαναγνώσιμους, τυποποιημένους μορφότυπους στοιχεία όπως ο αριθμός και η ταυτότητα των προσφερόντων, οι τιμές των προσφορών, οι υποβληθείσες και αποσυρθείσες προσφορές, οι χρόνοι υποβολής, τα κριτήρια ανάθεσης, η αξία των συμβάσεων, οι υπεργολάβοι και η εκτέλεση των συμβάσεων (OECD, 2022[36]). Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να εξηγήσουν ποια δεδομένα έχουν σημασία και γιατί και, εφόσον χρειάζεται, να ενθαρρύνουν νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που να επιτρέπουν την κατάλληλη συλλογή και ανταλλαγή δεδομένων. Η Σύσταση του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών στις δημόσιες συμβάσεις [OECD/LEGAL/0396] προτείνει:
την τήρηση αξιόπιστων και ολοκληρωμένων βάσεων δεδομένων για τις δημόσιες συμβάσεις, οι οποίες:
● διασφαλίζουν ενιαία και δεδομένα σε όλες τις αναθέτουσες αρχές
● καλύπτουν όλα τα στάδια της διαδικασίας δημόσιων συμβάσεων, ώστε να υποστηρίζουν τον σχεδιασμό διαγωνισμών που ενισχύουν τον ανταγωνισμό, καθώς και την κατάλληλη εφαρμογή του δικαίου
● περιλαμβάνουν δεδομένα σχετικά με τις προσφορές (τόσο τις επιτυχείς όσο και τις μη επιτυχείς) και τις συμβάσεις (συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων και των υπεργολαβιών), καθώς και βασικές μεταβλητές (όπως αναγνωριστικά στοιχεία επιχειρήσεων), που διευκολύνουν την αξιολόγηση του κατά πόσον ενδέχεται να έχει σημειωθεί νόθευση διαγωνισμού
● είναι προσβάσιμες στους αρμόδιους για τις δημόσιες συμβάσεις υπαλλήλους και στις σχετικές αρχές επιβολής του νόμου, συμπεριλαμβανομένων των αρχών ανταγωνισμού
Συνοψίζοντας, οι ψηφιακοί έλεγχοι δεδομένων για τις δημόσιες συμβάσεις αποτελούν βασικό εργαλείο στο οπλοστάσιο των αρχών ανταγωνισμού για την επιβολή του νόμου, ενισχύοντας την αποτρεπτική δράση μιας και αυξάνει την ορατή πιθανότητα αποκάλυψης συμπράξεων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποτελούν βασικό θέμα των πρωτοβουλιών ευαισθητοποίησης στο πλαίσιο της καταπολέμησης της νόθευσης διαγωνισμών. Σε προηγούμενα έργα που υλοποιήθηκαν σε επιμέρους χώρες, ο ΟΟΣΑ είχε συστήσει τρόπους ώστε οι βάσεις δεδομένων δημοσίων συμβάσεων να είναι πληρέστερες και να ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες των αναθετουσών αρχών και των αρχών ανταγωνισμού. Οι συστάσεις αυτές περιλαμβάνουν ορθές πρακτικές για τη συλλογή, την ποιότητα, την αποθήκευση και την πρόσβαση στα δεδομένα, καθώς και προτεινόμενες μεταβλητές που επιτρέπουν την ανάλυση μοτίβων νόθευσης διαγωνισμών.
Πλαίσιο 2.13. Πώς πρέπει να δημιουργούνται βάσεις δεδομένων για τις δημόσιες συμβάσεις από τη σκοπιά της επιβολής του δικαίου του ανταγωνισμού
Copy link to Πλαίσιο 2.13. Πώς πρέπει να δημιουργούνται βάσεις δεδομένων για τις δημόσιες συμβάσεις από τη σκοπιά της επιβολής του δικαίου του ανταγωνισμούΟι ακόλουθες κατευθύνσεις αποσκοπούν στη δημιουργία βάσεων δεδομένων για τις δημόσιες συμβάσεις που θα είναι χρήσιμες για την επιβολή του νόμου σε υποθέσεις νόθευσης διαγωνισμών:
Στόχευση: τα δεδομένα πρέπει να ανταποκρίνονται στον σκοπό κάθε προτεινόμενης ανάλυσης. Ο εκ των προτέρων προσδιορισμός του σκοπού αυτού καθορίζει το είδος και τον μορφότυπο των δεδομένων που συλλέγονται. Οι αναθέτουσες αρχές θα πρέπει να διαβουλεύονται με τις αρχές ανταγωνισμού σχετικά με τη δημιουργία βάσεων δεδομένων για τις δημόσιες συμβάσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον εντοπισμό πιθανών περιπτώσεων αθέμιτης σύμπραξης. Ενδεικτικά, θα πρέπει να καταγράφονται όλες οι προσφορές, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων σε επίπεδο επιχείρησης και των μεταδεδομένων των αρχείων.
Ποιότητα: τα δεδομένα καλής ποιότητας είναι καθοριστικής σημασίας για την παραγωγή χρήσιμων αποτελεσμάτων που μπορούν να ερμηνευθούν σωστά. Οι μέθοδοι εισαγωγής και επικύρωσης δεδομένων πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα καταγράφονται με τυποποιημένο και ομοιόμορφο τρόπο, χωρίς λάθη. Για παράδειγμα, τα πεδία δεδομένων για τις τιμές και τις μονάδες πρέπει να είναι ενιαία, τα πεδία κειμένου και οι συμβάσεις ονοματολογίας πρέπει να είναι καθορισμένα και οι έλεγχοι για ασυμφωνίες στην κωδικοποίηση θα πρέπει να ενσωματώνονται ήδη στο στάδιο εισαγωγής των δεδομένων.
Χρηστικότητα: οι πληροφορίες θα πρέπει να αποθηκεύονται σε μορφότυπο που επιτρέπει την αναζήτηση και την εύκολη διαχείριση και χρήση τους (για παράδειγμα σε υπολογιστικά φύλλα ή βάσεις δεδομένων και όχι σε σαρωμένες εικόνες συμβάσεων), ώστε να μπορούν να εφαρμόζονται εύκολα τα απαραίτητα φίλτρα και οι αναλυτικές τεχνικές. Οι βάσεις δεδομένων που τηρούνται από διάφορες δημόσιες αρχές θα πρέπει να είναι διαλειτουργικές, ως προς τη μορφοποίηση και τη δυνατότητα διασταύρωσης των στοιχείων, ώστε να καθίσταται δυνατή η σύνδεση βάσεων δεδομένων και η διενέργεια ελέγχων σε αυτές για τον εντοπισμό ενδείξεων νόθευσης διαγωνισμών.
Πρόσβαση: οι βάσεις δεδομένων θα πρέπει να προβλέπουν σαφή δικαιώματα πρόσβασης, τόσο ως προς την εισαγωγή δεδομένων (είτε πρόκειται για κεντρικές είτε για αποκεντρωμένες βάσεις δεδομένων), όσο και ως προς την εξαγωγή και χρήση των δεδομένων. Στις αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να παρέχεται πρόσβαση για τους σκοπούς επιβολής του δικαίου που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές τους.
Σημείωση: Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το έργο του ΟΟΣΑ σε επιμέρους χώρες για την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών στις δημόσιες συμβάσεις διατίθενται στη διεύθυνση https://www.oecd.org/en/topics/sub-issues/competition-enforcement/fighting-bid-rigging-in-public-procurement.html.
Πηγές: OECD (2018[37]), Fighting Bid Rigging in IMSS Procurement: Impact of OECD Recommendations, https://doi.org/10.1787/6ce76ce1-en· OECD (2022[36]), Data Screening Tools for Competition Investigations, https://doi.org/10.1787/4c5bbb9d-en.
2.4.9. Ενημέρωση των αναθετουσών αρχών σχετικά με το δικαίωμά τους να αξιώσουν αποζημίωση
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλείο ενημέρωσης των αναθετουσών αρχών σχετικά με το δικαίωμά τους να αξιώνουν αποζημίωση όταν έχουν υποστεί ζημία από συμπράξεις νόθευσης διαγωνισμών. Οι σχετικές αξιώσεις μπορούν να ασκούνται αυτοτελώς («standalone») ή ως παρεπόμενες αγωγές μετά την έκδοση σχετικής απόφασης της εθνικής αρχής ανταγωνισμού (OECD, 2015[38]). Η ιδιωτική επιβολή εξυπηρετεί πρωτίστως το ατομικό συμφέρον των θιγόμενων μερών για την αποκατάσταση της ζημίας τους. Ωστόσο, προωθεί και τους ευρύτερους στόχους της πολιτικής ανταγωνισμού, καθώς συμπληρώνει τη δημόσια επιβολή, εξασφαλίζοντας αποζημίωση για την προκληθείσα ζημία και αποτρέποντας μελλοντικές παραβάσεις. Οι αγωγές αποζημίωσης μπορούν να αφαιρέσουν το οικονομικό όφελος από τις παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού, ιδίως όταν τα διοικητικά πρόστιμα υπόκεινται σε ανώτατα όρια24 και δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τα μακροπρόθεσμα κέρδη που αποφέρει η παράνομη συμπεριφορά (ACCO, 2023[39]).
Στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, οι αγωγές αυτές αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η νόθευση διαγωνισμών μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές υπερτιμήσεις (που εκτιμώνται, όπως αναφέρθηκε στο Κεφάλαιο 1, κατά μέσο όρο σε περίπου 20%). Η Σύσταση του ΟΟΣΑ για την αποτελεσματική δράση κατά των ιδιαίτερα σοβαρών καρτελικών συμπράξεων (hard core cartels) [OECD/LEGAL/0452] προτείνει τη «θέσπιση ενός μηχανισμού που δίνει τη δυνατότητα, σε οποιονδήποτε έχει υποστεί ζημία από ιδιαίτερα σοβαρή σύμπραξη, να ζητήσει αποκατάσταση ή αποζημίωση για τη ζημία αυτή από τα πρόσωπα ή τις οντότητες που την προκάλεσαν, εξισορροπώντας προσεκτικά την αλληλεπίδραση της δημόσιας και της ιδιωτικής επιβολής του νόμου, ιδίως για την προστασία των προγραμμάτων επιείκειας».
Η Σύσταση υποστηρίζει τη δυνατότητα άσκησης αυτοτελών αγωγών, τη διασφάλιση της πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία (με την κατάλληλη προστασία των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό) και την καθιέρωση μηχανισμών συλλογικής αποκατάστασης. Σε επίπεδο ΕΕ, η Οδηγία για τις αγωγές αποζημίωσης (European Commission, 2014[40]) θεσπίζει ένα εναρμονισμένο νομικό πλαίσιο που διευκολύνει την άσκηση αγωγών αποζημίωσης. Η Οδηγία καθορίζει ενιαίους κανόνες σε επίπεδο ΕΕ για την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων, ώστε να αντιμετωπίζεται η ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ εναγόντων και παραβατών. Παράλληλα, θέτει περιορισμούς στην κοινοποίηση (ιδίως όσον αφορά τις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα υπομνήματα για διακανονισμό) και προβλέπει εγγυήσεις για την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών, όπως η απαλοιφή σημείων των εγγράφων, οι κύκλοι εμπιστευτικότητας και η χρήση πραγματογνωμόνων για την κατάρτιση μη εμπιστευτικών περιλήψεων. Η Οδηγία ορίζει σαφώς ότι η κοινοποίηση πρέπει να ζητείται πρώτα από τους εναγομένους και τους τρίτους και μόνο ως έσχατη λύση από τις αρχές ανταγωνισμού. Η Επιτροπή έχει επίσης δημοσιεύσει μη δεσμευτικές διευκρινίσεις για τα εθνικά δικαστήρια, σχετικά με τρεις βασικές πτυχές της ιδιωτικής επιβολής: την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών (European Commission, 2020[41]), την εκτίμηση των υπερβολικών χρεώσεων που μετακυλίονται στους έμμεσους αγοραστές (European Commission, 2019[42]) και τον ποσοτικό προσδιορισμό της ζημίας (European Commission, 2013[43]).
Οι ωφελούμενες χώρες του έργου δεν ανέφεραν καμία περίπτωση άσκησης αγωγής αποζημίωσης από αναθέτουσα αρχή. Κατά τη διάρκεια των εργαστηρίων, οι συμμετέχοντες ανέδειξαν εμπόδια όπως η περιορισμένη ή ανύπαρκτη γνώση της δυνατότητας άσκησης αγωγής αποζημίωσης, η αβεβαιότητα ως προς τις δικονομικές προϋποθέσεις, η δυσχέρεια απόδειξης της επιπλέον επιβάρυνσης και ποσοτικοποίησης της ζημίας, η ασυμμετρία πληροφόρησης, οι ανησυχίες σχετικά με το κόστος προσφυγής στη δικαιοσύνη και, γενικότερα, η επιφυλακτικότητα ως προς την κίνηση δικαστικών διαδικασιών. Πολλοί εξέφρασαν αμφιβολίες και ως προς το κατά πόσον οι αγωγές μπορούν να ασκηθούν αυτοτελώς ή αν προϋποθέτουν προηγούμενη απόφαση διαπίστωσης παράβασης από την εθνική αρχή ανταγωνισμού.
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να συμβάλουν στην αποσαφήνιση του νομικού και δικονομικού πλαισίου και να ενθαρρύνουν τις αναθέτουσες αρχές να ασκούν αγωγές αποζημίωσης. Οι σχετικές δράσεις της συγκεκριμένης θεματικής μπορούν να περιλαμβάνουν τη διανομή υποδειγμάτων αγωγών, την παροχή καθοδήγησης σχετικά με τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και την παρουσίαση επιτυχημένων υποθέσεων (οι οποίες, ελλείψει εγχώριων υποθέσεων, μπορούν να αντλούνται και από άλλα κράτη μέλη της ΕΕ).
Πλαίσιο 2.14. Προώθηση των αγωγών αποζημίωσης από τις αναθέτουσες αρχές: Η Καταλανική Αρχή Ανταγωνισμού
Copy link to Πλαίσιο 2.14. Προώθηση των αγωγών αποζημίωσης από τις αναθέτουσες αρχές: Η Καταλανική Αρχή ΑνταγωνισμούΤο 2023, η Καταλανική Αρχή Ανταγωνισμού (ACCO) δημοσίευσε κείμενο πολιτικής με τίτλο «Στρατηγικές για την προώθηση της άσκησης αγωγών αποζημίωσης από δημόσιες αρχές για παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού», αναγνωρίζοντας ότι η δυνατότητα αυτή δεν αξιοποιείται επαρκώς. Οι αναθέτουσες αρχές στην Ισπανία (όπως και σε όλη την Ευρώπη) σπανίως διεκδικούν αποζημίωση για τη ζημία που έχουν υποστεί, ενώ οι αρχές ανταγωνισμού διατηρούν διαχρονικά συγκρατημένη στάση απέναντι σε τέτοιες ενέργειες.
Η ACCO εξήγησε ότι, σύμφωνα με τις αρχές της αποδοτικότητας και της ορθής διαχείρισης των δημόσιων πόρων, η διοίκηση πρέπει να προβαίνει σε τέτοιες αγωγές, τόσο για την ανάκτηση αδικαιολόγητων δαπανών όσο και για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους δημόσιους θεσμούς. Η έκθεση αναδεικνύει διάφορους λόγους που εξηγούν την αδράνεια των δημόσιων φορέων, μεταξύ των οποίων:
η γενική έλλειψη εξοικείωσης με το δίκαιο του ανταγωνισμού και με το νομικό πλαίσιο που διέπει τις αγωγές αποζημίωσης
ο θεσμικός κατακερματισμός και η απουσία εξειδικευμένων μονάδων αρμόδιων για τον εντοπισμό και την παρακολούθηση των ζημιών που προκαλούνται από αντιανταγωνιστικές πρακτικές
η νομική αβεβαιότητα ως προς τις διαδικασίες άσκησης αγωγών
η -μέχρι πρόσφατα- απουσία επίσημου μηχανισμού για την υποβολή αναφορών από τους αγοραστές του δημοσίου σχετικά με υπόνοιες σύμπραξης (ο οποίος θεσπίστηκε μόλις τον Ιανουάριο του 2023 βάσει του άρθρου 150.1 του ισπανικού νόμου περί δημοσίων συμβάσεων).
Για την αντιμετώπιση αυτών των εμποδίων, η ACCO εξέδωσε συστάσεις με στόχο την ενδυνάμωση της δημόσιας διοίκησης ώστε να διεκδικεί αποζημίωση. Αυτές περιλαμβάνουν:
την υλοποίηση δράσεων επικοινωνίας και εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την ευαισθητοποίηση και την ανάπτυξη ικανοτήτων στους δημόσιους φορείς
τη σύσταση ειδικής μονάδας για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων στην καταλανική διοίκηση
την αποσαφήνιση των ρόλων και των αρμοδιοτήτων εντός των δημόσιων φορέων, ώστε να διευκολύνεται η παρακολούθηση και η περαιτέρω προώθηση των σχετικών υποθέσεων
την ενθάρρυνση της αξιοποίησης των αποφάσεων των αρχών ανταγωνισμού ως νομικής βάσης για την άσκηση παρεπόμενων αγωγών
την υποστήριξη του προσδιορισμού του ύψους της ζημίας μέσω εκτιμήσεων που παρέχονται από την ίδια την αρχή
τη δυνατότητα συμμετοχής της αρχής σε δικαστικές διαδικασίες ως εξειδικευμένου φορέα
την ενσωμάτωση συμβατικών ρητρών που διαφυλάσσουν το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αντιανταγωνιστικές πρακτικές.
Η πρωτοβουλία της ACCO αποτελεί συγκεκριμένο παράδειγμα δράσεων ευαισθητοποίησης στον τομέα του ανταγωνισμού, που απευθύνεται στις δημόσιες αρχές και τις εσωτερικές τους διοικητικές διαδικασίες. Οι συστάσεις της μπορούν να φανούν χρήσιμες και σε άλλες αρχές ανταγωνισμού που επιδιώκουν να ενεργοποιήσουν την ιδιωτική επιβολή κατά των συμπράξεων που πλήττουν τις δημόσιες συμβάσεις.
Πηγή: ACCO (2023[39]), Strategies to promote damages claims for antitrust infringements in public administrations, https://acco.gencat.cat/ca/detall/article/20241128-reclamacio-danys-illicits-competencia#googtrans(ca|en).
Οι δράσεις ευαισθητοποίησης σχετικά με την ιδιωτική επιβολή μπορούν να φανούν χρήσιμες και για το δικαστικό σώμα, καθώς συμβάλλουν στην αποσαφήνιση του τρόπου με τον οποίο ανοίγει ο δρόμος για την άσκηση αγωγών αποζημίωσης, μετά τη διαπίστωση παράβασης νόθευσης διαγωνισμών από την αρχή ανταγωνισμού. Οι εκπαιδευτικές δράσεις προς τους δικαστικούς λειτουργούς, που πραγματοποιήθηκαν από τον ΟΟΣΑ στο πλαίσιο του έργου, επιβεβαίωσαν την αξία αυτών των πρωτοβουλιών. Στα εργαστήρια του έργου, οι δικαστές συζήτησαν τη νομική βάση των αγωγών αποζημίωσης βάσει της Οδηγίας της ΕΕ και του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού, τα ζητήματα απόδειξης της ζημίας, καθώς και τους δικονομικούς κανόνες και τις σχετικές προθεσμίες. Οι συμμετέχοντες αναγνώρισαν ότι η ιδιωτική επιβολή παραμένει περιορισμένη στις δικαιοδοσίες τους και επισήμαναν δυσκολίες όπως το κόστος της δικαστικής διαδικασίας και η περιορισμένη εξοικείωση των δικαστηρίων γενικής αρμοδιότητας με το δίκαιο του ανταγωνισμού. Παράλληλα, αναγνώρισαν τη στρατηγική σημασία των αγωγών αυτών για την ενίσχυση της συμμόρφωσης και τον καταλογισμό ευθύνης στους συμμετέχοντες σε συμπράξεις.
Κατά γενική εκτίμηση, η διευκόλυνση της πρόσβασης σε αποζημιώσεις είναι ζήτημα θεσμικής ετοιμότητας και αλλαγής νοοτροπίας. Οι δράσεις ευαισθητοποίησης και ανάπτυξης ικανοτήτων μπορούν να βοηθήσουν τις αναθέτουσες αρχές να ασκούν αγωγές αποζημίωσης και να συνδράμουν τους δικαστές ως προς την εξέτασή τους, ενισχύοντας παράλληλα την ιδιωτική επιβολή του δικαίου του ανταγωνισμού.
Πλαίσιο 2.15. Η αγωγή αποζημίωσης της CatSalut στην ισπανική υπόθεση της σύμπραξης για τις πάνες ακράτειας ενηλίκων
Copy link to Πλαίσιο 2.15. Η αγωγή αποζημίωσης της CatSalut στην ισπανική υπόθεση της σύμπραξης για τις πάνες ακράτειας ενηλίκωνΣτην Ισπανία, ο περιφερειακός φορέας δημόσιας υγείας της Καταλονίας (CatSalut) άσκησε μια ιστορική αγωγή αποζημίωσης ύψους 526 εκατ. ευρώ κατά των εταιρειών Hartmann και Essity, οι οποίες είχαν καταδικαστεί για τη συμμετοχή τους στη σύμπραξη για τις πάνες ακράτειας ενηλίκων. Η σύμπραξη, που αποκαλύφθηκε από την Ισπανική Αρχή Ανταγωνισμού (CNMC) το 2016 και για την οποία επιβλήθηκαν πρόστιμα ύψους σχεδόν 128,8 εκατ. ευρώ, αφορούσε οκτώ κατασκευαστές που ήλεγχαν περίπου το 95% της αγοράς και διήρκεσε από το 1996 έως το 2014.
Η αγωγή της CatSalut, η οποία εισήχθη το 2022 ενώπιον του 9ου Εμπορικού Δικαστηρίου της Βαρκελώνης, αποτελεί την πρώτη περίπτωση κατά την οποία μια περιφερειακή διοικητική αρχή της Ισπανίας διεκδίκησε αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε από παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού. Παρότι οι αγωγές αποζημίωσης από ιδιώτες έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, οι ισπανικές δημόσιες αρχές δεν είχαν μέχρι τότε επιδιώξει την αποκατάσταση ζημιών που υπέστησαν από τέτοιες πρακτικές.
Συνολικά, η CNMC εκτιμά ότι οι αντιανταγωνιστικές πρακτικές προκαλούν ζημίες στον δημόσιο τομέα ύψους περίπου 48 δισ. ευρώ ετησίως, κυρίως στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων.
Εάν η υπόθεση αυτή ευδοκιμήσει, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα σημαντικό δικαστικό προηγούμενο, ενθαρρύνοντας και άλλες περιφερειακές και εθνικές αρχές να διεκδικήσουν αποζημίωση για τις υπερβολικές χρεώσεις που κατέβαλαν λόγω σύμπραξης.
Πηγή: Cortés (2023[44]), Catalonia's claim against the “diaper cartel” (EUR 526 million) opens the floodgates at the national level, https://www.elconfidencial.com/juridico/2023-02-10/servicio-catalan-de-salud-reclama-526millones-panales_3572295/.
2.4.10. Ανάδειξη της αξίας της συμμόρφωσης με το δίκαιο του ανταγωνισμού
Τα εταιρικά προγράμματα συμμόρφωσης αποτελούν σύνολα κανόνων, διαδικασιών και πρακτικών που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις και στους εργαζομένους τους να εντοπίζουν, να προλαμβάνουν και να αντιμετωπίζουν πιθανές παραβάσεις του νόμου. Στον τομέα του ανταγωνισμού, τα προγράμματα αυτά εστιάζουν συνήθως στον κίνδυνο παραβάσεων που σχετίζονται με συμπράξεις (OECD, 2021[45]). Οι δράσεις ευαισθητοποίησης μπορούν να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να θεσπίσουν μηχανισμούς συμμόρφωσης με το δίκαιο του ανταγωνισμού και να τους αξιοποιούν για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την αναφορά παραβάσεων. Μπορούν επίσης να αποσαφηνίσουν αν και πώς τα προγράμματα αυτά λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση των προστίμων, θεωρούνται ελαφρυντικοί παράγοντες ή εντάσσονται στο πλαίσιο της αυτοκάθαρσης.
Τα προγράμματα συμμόρφωσης βοηθούν τις επιχειρήσεις να αναπτύσσουν εσωτερικές δικλίδες προστασίας και να τηρούν τις αρχές του ανταγωνισμού. Όπως συζητήθηκε στα εργαστήρια του έργου που απευθύνονταν στον ιδιωτικό τομέα, τα προγράμματα αυτά μπορούν να λειτουργούν ως μηχανισμός εντοπισμού: (1) απαγορευμένων πρακτικών, όπως εικονικές προσφορές, υποβολή προσφορών εκ περιτροπής ή κατανομή αγορών, (2) δυνητικά προβληματικών πρακτικών, όπως οι αδικαιολόγητες από κοινού προσφορές ή υπεργολαβίες, και (3) άτυπων επικοινωνιών με ανταγωνιστές (π.χ. σε κλαδικές εκδηλώσεις ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), οι οποίες ενδέχεται να είναι παράνομες.
Οι συμμετέχοντες στα εργαστήρια συζήτησαν τρόπους ενσωμάτωσης της συμμόρφωσης στην καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης (όπως μέσω εσωτερικών ενημερωτικών δελτίων, εγχειριδίων και ενδοδικτυακών πλατφορμών), καθώς και σενάρια υψηλού κινδύνου και εσωτερικούς ελέγχους. Οι μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες κατά κανόνα δεν έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν ολοκληρωμένα προγράμματα ειδικά προσαρμοσμένα στις ανάγκες τους, μπορούν να αξιοποιούν δημόσια διαθέσιμα υποδείγματα ή κατευθυντήριες οδηγίες. Το Πλαίσιο 2.16 παρουσιάζει τα συμπεράσματα της έρευνας της Γραμματείας του ΟΟΣΑ σχετικά με τον σχεδιασμό αποτελεσματικών προγραμμάτων συμμόρφωσης.
Πλαίσιο 2.16. Σχεδιασμός αποτελεσματικών προγραμμάτων συμμόρφωσης
Copy link to Πλαίσιο 2.16. Σχεδιασμός αποτελεσματικών προγραμμάτων συμμόρφωσηςΈνα πρόγραμμα συμμόρφωσης πρέπει να αντανακλά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (μέγεθος, δομή, εξειδίκευση) της επιχείρησης, το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείται και τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται. Παρά τις διαφοροποιήσεις αυτές, ένα καλά σχεδιασμένο πρόγραμμα συμμόρφωσης βασίζεται σε ορισμένα κοινά στοιχεία, τα οποία παρατίθενται στη συνέχεια.
Αξιολόγηση κινδύνων: η επιχείρηση θα πρέπει να εντοπίζει και να αξιολογεί τους κινδύνους μη συμμόρφωσης, ιδίως όταν εισέρχεται σε νέες αγορές ή προσλαμβάνει πρόσωπα σε καίριες θέσεις. Θα πρέπει επίσης να προσδιορίζει τις δραστηριότητες, τις μονάδες και τα στελέχη που είναι περισσότερο εκτεθειμένα σε τέτοιους κινδύνους, καθώς και να εξετάζει κατά πόσον τα συστήματα αμοιβών, ιδίως για τα ανώτερα στελέχη, μπορούν να δημιουργήσουν κίνητρα για παράνομη συμπεριφορά. Για παράδειγμα, θα πρέπει να αξιολογείται αν οι διευθυντές έχουν κίνητρο να συμμετάσχουν σε σύμπραξη προκειμένου να επιτύχουν στόχους κερδοφορίας που συνδέονται με την καταβολή μπόνους.
Ισχυρή ηγεσία και δέσμευση της διοίκησης: τα προγράμματα συμμόρφωσης πρέπει να έχουν την πλήρη και ορατή στήριξη της ηγεσίας της επιχείρησης, δηλαδή του προέδρου, του διοικητικού συμβουλίου και του διευθύνοντος συμβούλου. Οι πόροι που διατίθενται για το πρόγραμμα, συμπεριλαμβανομένου (σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις) ενός ειδικού και εξουσιοδοτημένου υπεύθυνου συμμόρφωσης, καταδεικνύουν τη δέσμευση της ανώτερης διοίκησης όσον αφορά στη συμμόρφωση.
Διαφάνεια, επικοινωνία και τεκμηρίωση: η διοίκηση της επιχείρησης θα πρέπει να εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες και δημόσιες δηλώσεις, ώστε να ενισχύει τη λογοδοσία και να συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση και την εκπαίδευση. Τα σαφή και τακτικά μηνύματα της διοίκησης θα πρέπει να ξεκαθαρίζουν ότι οι παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού δεν γίνονται ανεκτές. Με άλλα λόγια, η επιχείρηση δεν θα υπερασπίζεται ούτε θα στηρίζει τους παραβάτες, οι οποίοι θα υφίστανται αρνητικές συνέπειες. Η εφαρμογή του προγράμματος συμμόρφωσης θα πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς, ώστε να διευκολύνεται η συνεχής βελτίωσή του και να αποδεικνύεται η προσπάθεια συμμόρφωσης.
Έλεγχος, παρακολούθηση και αξιολόγηση: το πρόγραμμα συμμόρφωσης θα πρέπει να υπόκειται σε τακτική παρακολούθηση, ώστε να διασφαλίζεται ότι παραμένει επίκαιρο και αποτελεσματικό. Η αποτελεσματικότητά του μπορεί να ελέγχεται, για παράδειγμα, μέσω ερευνών, αξιολογήσεων των εκπαιδεύσεων και συνεντεύξεων με πρόσωπα σε καίριες θέσεις, προκειμένου να διαπιστώνεται το επίπεδο γνώσης τους σχετικά με τη συμμόρφωση και τις παράνομες πρακτικές, καθώς και η στάση τους απέναντι σε αυτές.
Εκπαίδευση: το πρόγραμμα συμμόρφωσης θα πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτική εκπαίδευση σε θέματα συμμόρφωσης για όλα τα στελέχη που κατέχουν ηγετικές θέσεις ή θέσεις με αναγνωρισμένους κινδύνους, καθώς και στο πλαίσιο της εισαγωγικής εκπαίδευσης των νέων υπαλλήλων. Η εκπαίδευση θα πρέπει να προσαρμόζεται στους κινδύνους και στο προφίλ της επιχείρησης.
Αναφορά παραβάσεων: χρειάζεται ένα σύστημα που να διασφαλίζει ότι το προσωπικό μπορεί να αναφέρει παραβάσεις του προγράμματος συμμόρφωσης ή παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού, εμπιστευτικά και χωρίς τον φόβο αντιποίνων.
Εκ των υστέρων έλεγχος: οι σχετικοί έλεγχοι διαπιστώνουν αν και γιατί σημειώθηκαν παραβάσεις, αν η διοίκηση τις αντιμετώπισε με τον κατάλληλο τρόπο και προσδιορίζουν τυχόν μέτρα για την ενίσχυση του προγράμματος συμμόρφωσης.
Πηγή: OECD (2021[45]), Competition Compliance Programmes, https://doi.org/10.1787/9f6a5618-en.
Η Γραμματεία του ΟΟΣΑ έχει αναγνωρίσει τη σημασία των προγραμμάτων εταιρικής συμμόρφωσης. Έχει επισημάνει ότι πολλές δικαιοδοσίες έχουν λάβει μέτρα για την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών προς τις επιχειρήσεις, ενώ ένας αυξανόμενος αριθμός από αυτές απευθύνεται σε μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματικές ενώσεις (OECD, 2021[45]). Οι αποτελεσματικοί μηχανισμοί συμμόρφωσης θα πρέπει να προλαμβάνουν τις παραβάσεις ή, τουλάχιστον, να επιτρέπουν τον έγκαιρο εντοπισμό τους. Οι παραβάσεις αυτές θα πρέπει στη συνέχεια να αναφέρονται στην αρμόδια αρχή ανταγωνισμού, ενδεχομένως μέσω αίτησης επιείκειας.
Οι αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει επίσης να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να προωθούν τη συμμόρφωση με τους κανόνες ανταγωνισμού μεταξύ τρίτων, όπως οι υπεργολάβοι, οι προμηθευτές και τα μέλη κοινοπραξιών (OECD, 2021[45]). Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στις αγορές δημόσιων συμβάσεων και, ιδίως, σε διαγωνισμούς μεγάλης αξίας ή αυξημένης πολυπλοκότητας, όπου οι επιχειρήσεις συχνά χρειάζεται να βασίζονται σε εξωτερικούς προμηθευτές, να συστήνουν κοινοπραξίες ή να συμμετέχουν σε κοινές προσφορές.
Οι έξι αρχές ανταγωνισμού έχουν υιοθετήσει διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά τα προγράμματα συμμόρφωσης.
Η Αυστριακή Ομοσπονδιακή Αρχή Ανταγωνισμού (AFCA) συνεργάστηκε με το Οικονομικό Επιμελητήριο της Αυστρίας για την έκδοση κοινών κατευθυντήριων γραμμών, στις οποίες παρουσιάζονται πέντε βασικές αρχές για αποτελεσματικά προγράμματα συμμόρφωσης (AFCA and Austrian Economic Chamber, 2023[46]). Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η δέσμευση σε ανώτατο επίπεδο, η ουσιαστική εφαρμογή σε όλη την επιχείρηση και η συνεχής παρακολούθηση. Η AFCA και το αρμόδιο αυστριακό δικαστήριο για υποθέσεις συμπράξεων μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την ύπαρξη ενός τέτοιου προγράμματος (εφόσον κρίνεται επαρκώς αξιόπιστο) ως ελαφρυντικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση των προστίμων. Αντίστοιχα, και σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ,25 τα μέτρα συμμόρφωσης με το δίκαιο του ανταγωνισμού λαμβάνονται υπόψη στις δημόσιες συμβάσεις κατά την αξιολόγηση της αυτοκάθαρσης.
Το 2012, η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού της Βουλγαρίας (CPC) εξέδωσε κατευθυντήριες γραμμές για την προώθηση της εταιρικής συμμόρφωσης και της υποχρεωτικής εκπαίδευσης του προσωπικού (BCPC and UNCTAD, 2012[47]). Τα προγράμματα συμμόρφωσης δεν λαμβάνονται υπόψη για τη μείωση των προστίμων.
Στην Κροατία, η αρχή ανταγωνισμού έχει εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές με τις οποίες συνιστά την ενσωμάτωση της συμμόρφωσης στις εσωτερικές διαδικασίες και στην εκπαίδευση του προσωπικού (CCA, 2014[48]). Η κροατική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει τα προγράμματα συμμόρφωσης ως παράγοντες μετριασμού.
Στην Κύπρο και στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα προγράμματα συμμόρφωσης.
Το 2020, το Συμβούλιο Ανταγωνισμού της Ρουμανίας (RCC) εξέδωσε έναν οδηγό για τα προγράμματα συμμόρφωσης με το δίκαιο του ανταγωνισμού (RCC, 2020[49]). Εφόσον η επιχείρηση υποβάλει ένα αξιόπιστο και αποτελεσματικό πρόγραμμα συμμόρφωσης, το Συμβούλιο μπορεί να μειώσει το πρόστιμο έως και κατά 10%. Το RCC έχει επίσης προωθήσει τα προγράμματα συμμόρφωσης στο πλαίσιο των δημόσιων διαγωνισμών, εκδίδοντας κοινές κατευθυντήριες γραμμές με την εθνική αρχή δημόσιων συμβάσεων και εντάσσοντας τη συμμόρφωση με το δίκαιο του ανταγωνισμού στις προϋποθέσεις της αυτοκάθαρσης. Επιπλέον, το RCC δημοσιεύει τον κατάλογο των επιχειρήσεων που έχουν εμπλακεί σε υποθέσεις νόθευσης διαγωνισμών, σημειώνοντας αν συνεργάστηκαν με την αρχή ή αν υιοθέτησαν προγράμματα συμμόρφωσης μετά την επιβολή κυρώσεων.
Και οι έξι αρχές ανταγωνισμού αναγνωρίζουν την αξία των προγραμμάτων συμμόρφωσης ως προληπτικών εργαλείων. Οι δράσεις ευαισθητοποίησης θα πρέπει να επικεντρώνονται στην προώθηση της υιοθέτησης μέτρων συμμόρφωσης και να διευκρινίζουν κατά πόσον τα προγράμματα συμμόρφωσης μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της διαδικασίας αυτοκάθαρσης στις δημόσιες συμβάσεις.
2.4.11. Ενίσχυση της γνώσης των δικαστικών λειτουργών σχετικά με τη νόθευση διαγωνισμών και τα αποδεικτικά στοιχεία σε σχετικές υποθέσεις
Οι δικαστές εξετάζουν τις αποφάσεις των αρχών ανταγωνισμού και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της δίκαιης και συνεπούς επιβολής του δικαίου του ανταγωνισμού. Η Σύσταση του ΟΟΣΑ σχετικά με τη διαφάνεια και τη διαδικαστική δικαιοσύνη κατά την επιβολή του δικαίου του ανταγωνισμού [OECD/LEGAL/0465] προβλέπει ότι τα δικαστήρια θα πρέπει να εξετάζουν τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την ουσία των αποφάσεων επιβολής του δικαίου του ανταγωνισμού. Οι δράσεις ανάπτυξης ικανοτήτων μπορούν να ενισχύσουν την ικανότητα των δικαστηρίων να ανταποκρίνονται σε αυτά τα καθήκοντα.
Στα εργαστήρια του έργου που απευθύνονταν σε δικαστικούς λειτουργούς, ο ΟΟΣΑ έφερε σε επαφή δικαστές και εισηγητές στα γραφεία των Μελών (référendaires) του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ, μέσα από οργανωμένες συζητήσεις μεταξύ ομοτίμων και συνεδρίες βασισμένες στη νομολογία (βλ. Πίνακα 2 του Παραρτήματος A). Στις συνεδρίες αυτές εξετάστηκε ο τρόπος απόδειξης των συμπράξεων βάσει του δικαίου της ΕΕ, δίνοντας έμφαση στις αρχές που μπορούν να καθοδηγήσουν τα εθνικά δικαστήρια κατά την εξέταση των υποθέσεων που άγονται ενώπιόν τους.
Στις συνεδρίες εξηγήθηκε ότι οι πρακτικές σύμπραξης, όπως η νόθευση διαγωνισμών, συνιστούν περιορισμό του ανταγωνισμού «εξ αντικειμένου». Επομένως, μολονότι η αρχή ανταγωνισμού οφείλει να αποδείξει τη σχετική συμπεριφορά, δεν απαιτείται να αποδείξει τις πραγματικές της επιπτώσεις στον ανταγωνισμό. Η ζημία στον ανταγωνισμό τεκμαίρεται όταν διαπιστώνεται η ύπαρξη σύμπραξης.26
Στα εργαστήρια εξετάστηκαν επίσης ζητήματα σχετικά με τη διάρκεια και το εύρος των παραβάσεων νόθευσης διαγωνισμών, την έννοια της ενιαίας και διαρκούς παράβασης, καθώς και τον καταλογισμό ευθύνης σε μητρικές εταιρείες και τρίτους. Το Πλαίσιο 2.17 συνοψίζει ορισμένες αρχές της νομολογίας της ΕΕ για την αξιολόγηση της ευθύνης σε υποθέσεις συμπράξεων.
Πλαίσιο 2.17. Σημαντική νομολογία της ΕΕ σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία και την έκταση της ευθύνης σε υποθέσεις νόθευσης διαγωνισμών
Copy link to Πλαίσιο 2.17. Σημαντική νομολογία της ΕΕ σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία και την έκταση της ευθύνης σε υποθέσεις νόθευσης διαγωνισμώνΤα δικαστήρια της ΕΕ έχουν διαμορφώσει εκτενή νομολογία σχετικά με την ύπαρξη και τη διάρκεια των παραβάσεων που αφορούν συμπράξεις, τον καταλογισμό ευθύνης για τις παραβάσεις αυτές, καθώς και τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την απόδειξή τους.
Ενιαία και διαρκής παράβαση: στην υπόθεση Sony Corp. και Sony Electronics κατά Επιτροπής (C-697/19 P), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι μια σύμπραξη μπορεί να συνιστά ενιαία και διαρκή παράβαση όταν περισσότερες επιχειρήσεις επιδιώκουν κοινό σκοπό, αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, μέσω συντονισμένης συμπεριφοράς σε βάθος χρόνου. Στην εν λόγω υπόθεση, οι προμηθευτές είχαν πραγματοποιήσει παράλληλες διμερείς επαφές με σκοπό τον συντονισμό της στρατηγικής τους στους διαγωνισμούς και τη διατήρηση των τιμών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι κάθε συμμετέχων είτε συνέβαλε εκ προθέσεως στον κοινό περιοριστικό σκοπό είτε, τουλάχιστον, μπορούσε ευλόγως να προβλέψει την παράνομη συμπεριφορά των λοιπών συμμετεχόντων και αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο. Διευκρίνισε επίσης ότι οι διαφοροποιήσεις στον βαθμό συμμετοχής ή η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για ορισμένα χρονικά διαστήματα δεν αναιρούν τη συνολική διαπίστωση ενιαίας και διαρκούς παράβασης, εφόσον η διαπίστωση αυτή στηρίζεται σε αντικειμενικά και συγκλίνοντα στοιχεία που καταδεικνύουν τη σύμπραξη.
Διάρκεια και προθεσμίες παραγραφής: σε φινλανδική υπόθεση διαγωνισμού στον τομέα της μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (Kilpailu- ja kuluttajavirasto, C-450/19), το Δικαστήριο διευκρίνισε το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να θεωρείται ότι έχει παύσει η παράβαση νόθευσης διαγωνισμού για τους σκοπούς του υπολογισμού των προθεσμιών παραγραφής. Έκρινε ότι η συμμετοχή σε σύμπραξη παύει κατά την ημερομηνία κατά την οποία καθορίζονται οριστικά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύμβασης (και ιδίως το τίμημα), γεγονός που κατά κανόνα συμπίπτει με την υπογραφή της σύμβασης. Μολονότι τα ζημιογόνα οικονομικά αποτελέσματα της σύμπραξης μπορεί να εξακολουθούν να εκδηλώνονται και μετά το χρονικό αυτό σημείο, οι συνέπειες αυτές, οι οποίες επέρχονται μετά την ανάθεση της σύμβασης, δεν παρατείνουν τη διάρκεια της παράβασης για τους σκοπούς της δημόσιας επιβολής του δικαίου ανταγωνισμού. Η απόφαση εισήγαγε σαφή διάκριση μεταξύ της προθεσμίας παραγραφής που αφορά τη δημόσια επιβολή (η οποία λήγει με τη σύναψη της σύμβασης) και των ιδιωτικών αξιώσεων αποζημίωσης.
Καταλογισμός ευθύνης για ενέργειες τρίτων: στην υπόθεση VM Remonts (C-542/14), το Δικαστήριο διευκρίνισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια επιχείρηση μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις ενέργειες ανεξάρτητου παρέχοντος υπηρεσίες που θίγουν τον ανταγωνισμό, στο πλαίσιο σύμπραξης για τη νόθευση διαγωνισμού. Το Δικαστήριο διέκρινε τους υπαλλήλους (των οποίων οι ενέργειες αποδίδονται στην επιχείρηση) από τους ανεξάρτητους παρέχοντες υπηρεσίες, οι ενέργειες των οποίων μπορούν να καταλογιστούν στην επιχείρηση που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τους μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις: ο παρέχων υπηρεσίες ενεργούσε υπό τη διεύθυνση ή υπό τον έλεγχο της εμπλεκόμενης επιχείρησης, η επιχείρηση είχε λάβει γνώση των βλαπτικών του ανταγωνισμού σκοπών και επιδίωξε να συμβάλει και η ίδια στην επίτευξή τους, ή η επιχείρηση μπορούσε ευλόγως να προβλέψει ότι ο παρέχων υπηρεσίες στον οποίο απευθύνθηκε θα μοιραζόταν ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες με τους ανταγωνιστές της και ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί τον σχετικό κίνδυνο.
Ευθύνη μητρικής εταιρείας εντός ομίλων: στην υπόθεση Goldman Sachs Group κατά Επιτροπής (C-595/18 P), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι, όταν η μητρική εταιρεία κατέχει το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο του κεφαλαίου θυγατρικής της, τεκμαίρεται ότι ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της θυγατρικής. Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνη για την παράβαση της θυγατρικής. Το τεκμήριο αυτό μπορεί να αντικρουστεί μόνο εφόσον η μητρική εταιρεία προσκομίσει επαρκή στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η θυγατρική ενεργεί αυτοτελώς στην αγορά.
Πηγές: Fourth Chamber (2019[50]), Judgement of the Court (Fourth Chamber) of 16 June 2022, Sony Corporation, Sony Electronics Inc. v European Commission, Case C-697/19 P, ECLI:EU:C:2022:478∙ Second Chamber (2021[51]), Judgement of the Court (Second Chamber) of 14 January 2021, in Proceedings brought by Kilpailu- ja kuluttajavirasto, Case C-450/19, ECLI:EU:C:2021:10∙ Fourth Chamber (2016[52]), Judgement of the Court (Fourth Chamber) of 21 July 2016, SIA ‘VM Remonts’ (formerly SIA ‘DIV un KO’) and Others v Konkurences padomen, Case C‑542/14 ECLI:EU:C:2016:578∙ Second Chamber (2021[53]), Judgement of the Court (Second Chamber) of 27 January 2021, The Goldman Sachs Group Inc. v European Commission, Case C-595/18 P, ECLI:EU:C:2021:73.
Οι συζητήσεις σχετικά με τον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης -δηλαδή το επίπεδο βεβαιότητας που απαιτείται ώστε να θεωρηθεί ότι μια υπόθεση έχει αποδειχθεί- είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους δικαστές. Ο εφαρμοστέος βαθμός απόδειξης διαφέρει ανάλογα με τη νομική φύση της έρευνας στο πλαίσιο της επιβολής του δικαίου του ανταγωνισμού (π.χ. ανάλογα με το αν πρόκειται για διοικητική ή ποινική διαδικασία) καθώς και με τις συνέπειές της (OECD, 2024[54]). Στις ποινικές έρευνες, όπου ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας και οι συνέπειες για τα υπό έρευνα μέρη μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρές, ο συνήθης βαθμός απόδειξης είναι η απόδειξη πέραν εύλογης αμφιβολίας. Στις διοικητικές υποθέσεις, ο βαθμός απόδειξης σε επίπεδο ΕΕ είναι η ύπαρξη σαφών και πειστικών αποδεικτικών στοιχείων (δηλαδή, η παράβαση είναι πολύ πιο πιθανό να έχει τελεστεί παρά το αντίθετο).
Ένα δημοφιλές θέμα ήταν αυτό των αποδεικτικών στοιχείων που απαιτούνται για την απόδειξη παραβάσεων, ιδίως όταν δεν υπάρχουν άμεσα αποδεικτικά στοιχεία ή αυτά είναι αποσπασματικά, καθώς και το κατά πόσον η συναγωγή συμπερασμάτων ή η επαγωγική συλλογιστική μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για την απόδειξη μιας υπόθεσης. Οι συζητήσεις κατέστησαν σαφές ότι οι αντιανταγωνιστικές πρακτικές και συμφωνίες συνήθως λαμβάνουν χώρα υπό συνθήκες μυστικότητας και, ως εκ τούτου, τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία είναι συχνά αποσπασματικά και λιγοστά. Επομένως, σύμφωνα και με τη νομολογία της ΕΕ, «Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ύπαρξη θίγουσας τον ανταγωνισμό πρακτικής ή συμφωνίας πρέπει να συναχθεί από ορισμένο αριθμό συμπτώσεων και ενδείξεων οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες, μπορούν να αποτελέσουν, ελλείψει άλλης εύλογης εξηγήσεως, απόδειξη περί παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού.». Επίσης, τα δικαστήρια πρέπει να αξιολογούν τα αποδεικτικά στοιχεία στο σύνολό τους, ενώ δεν είναι απαραίτητο κάθε αποδεικτικό στοιχείο να είναι από μόνο του καθοριστικό.27
Οι συζητήσεις υπογράμμισαν επίσης τη σημασία των δικονομικών αρχών που διασφαλίζουν ότι η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων παραμένει συμβατή με την αρχή της αποτελεσματικότητας του δικαίου της ΕΕ. Οι εθνικοί κανόνες απόδειξης δεν πρέπει να καθιστούν υπερβολικά δυσχερή την απόδειξη της σύμπραξης από τις αρχές ανταγωνισμού.
Συνολικά, το έργο επιβεβαίωσε την πρακτική αξία των δράσεων ευαισθητοποίησης προς τους δικαστικούς λειτουργούς. Ειδικότερα, τα σεμινάρια με επίκεντρο τη νομολογία και ο δικαστικός διάλογος μεταξύ ομοτίμων συνέβαλαν στη διαμόρφωση κοινής αντίληψης ως προς τις αρχές και τη νομολογία που διέπουν την επιβολή του δικαίου σε υποθέσεις νόθευσης διαγωνισμών.
2.5. Συμπεράσματα σχετικά με την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών μέσα από δράσεις ευαισθητοποίησης
Copy link to 2.5. Συμπεράσματα σχετικά με την καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών μέσα από δράσεις ευαισθητοποίησηςΤο Κεφάλαιο 2 παρουσιάζει τον ρόλο των δράσεων ευαισθητοποίησης στην καταπολέμηση της νόθευσης διαγωνισμών και αντλεί διδάγματα από το έργο σχετικά με το πώς οι αρχές ανταγωνισμού μπορούν να ενισχύσουν τις προσπάθειές τους για την ενημέρωση του σχετικού κοινού. Συνοψίζει τις ορθές πρακτικές ως προς τους μηχανισμούς, τα διαφορετικά ακροατήρια και τη θεματολογία των σχετικών δράσεων ευαισθητοποίησης. Οι μηχανισμοί περιλαμβάνουν κατευθυντήριες γραμμές, εργαστήρια και εκστρατείες ενημέρωσης. Τα ακροατήρια καλύπτουν ευρύ φάσμα, από τα στελέχη προμηθειών και τους εποπτικούς φορείς έως τον ιδιωτικό τομέα και το δικαστικό σώμα. Τέλος, η θεματολογία εκτείνεται, μεταξύ άλλων, στις προειδοποιητικές ενδείξεις, τον σχεδιασμό των διαγωνισμών, την αναφορά υπονοιών, τον αποκλεισμό προσφερόντων, την πρόσβαση σε δεδομένα, τις αγωγές αποζημίωσης και τη συμμόρφωση.
Συνολικά, οι δράσεις ευαισθητοποίησης είναι πιο αποτελεσματικές όταν αξιοποιούν συνδυαστικά ποικίλα εργαλεία (π.χ. δημόσιες εκστρατείες παράλληλα με πιο στοχευμένες δράσεις ανάπτυξης ικανοτήτων) και όταν τα μηνύματα προσαρμόζονται στις ανάγκες του εκάστοτε ακροατηρίου. Οι δράσεις αυτές εφοδιάζουν τους σχετικούς φορείς με τις γνώσεις και την αυτοπεποίθηση που χρειάζονται για τον εντοπισμό και την πρόληψη της νόθευσης διαγωνισμών. Μέσω αυτής της ευαισθητοποίησης, η θεσμική συνεργασία διαμορφώνει τους διαύλους μέσα από τους οποίους οι γνώσεις αυτές μπορούν να ανταλλάσσονται και να μετουσιώνονται σε δράση, ώστε να αναφέρονται οι υπόνοιες, να διατηρούνται τα αποδεικτικά στοιχεία και να ενεργοποιείται η επιβολή του δικαίου. Στο επόμενο κεφάλαιο εξετάζεται ο ρόλος αυτής της συνεργασίας.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
[39] ACCO (2023), “Strategies to promote damages claims for antitrust infringements in public administrations”, https://acco.gencat.cat/ca/detall/article/20241128-reclamacio-danys-illicits-competencia#googtrans(ca|en) (accessed on 8 July 2025).
[35] AFCA (2022), Leniency Programme Guidelines, Austria Federal Competition Authority, Vienna, https://www.bwb.gv.at/fileadmin/user_upload/Leitfaden_Kronzeugen_final_en-GBclean_04.11.2022.pdf.
[20] AFCA (2020), Bid-rigging and its consequences, [video], 30 January, https://youtu.be/DCj38PP-uss (accessed on 17 July 2025).
[46] AFCA and Austrian Economic Chamber (2023), Cartel Law and Compliance (2nd edition): Guide for a Professional Approach to Cartel Law Rules at the Company Level, FCA and Austrian Economic Chamber, https://www.bwb.gv.at/fileadmin/user_upload/Broschuere_Kartellrecht_und_Compliance__2._Auflage_final.pdf.
[47] BCPC and UNCTAD (2012), Guidelines on Corporate Programs for Compliance with Competition Rules, Bulgarian Commission on Protection of Competition, Sofia, and United Nations Conference on Trade and Development, Geneva, https://unctad.org/system/files/non-official-document/ccpb_SCF_CorporateCompliance_en.pdf.
[48] CCA (2014), “Compliance programme for undertakings with competition law regulations”, Croatian Competition Agency, Zagreb, https://www.aztn.hr/ea/wp-content/uploads/2023/03/Program_uskladenosti_AZTN.pdf.
[19] CMA (2023), “Cheating or competing campaign”, [video], 16 August, https://cheatingorcompeting.campaign.gov.uk/ (accessed on 16 July 2025).
[18] CMA (2015), “Bid-rigging and discussing tenders: UK’s Competition and Markets Authority”, [video], 15 November, https://www.youtube.com/watch?v=PjoQvDKW28U (accessed on 15 July 2025).
[15] CMA (2015), “Free e-learning on how to spot bid rigging”, https://www.builtintelligence.com/pages/free-e-learning-on-how-to-spot-bid-rigging (accessed on 24 June 2025).
[10] CNMC (2025), Guía sobre la Preparación y Diseño de las Licitaciones Públicas (G-2023-01, [Guide to the Preparation and Design of Public Tenders], National Authority for Markets and Competition, Madrid, https://www.cnmc.es/expedientes/g-2023-01.
[12] CNMC (n.d.), Documentos de análisis sobre contratación pública, [Documents analysing public procurement], National Authority for Markets and Competition, Madrid, https://www.cnmc.es/impulsamos-la-competencia/contratacion-publica/informes-y-estudios-sobre-contratacion-publica.
[13] CNMC (n.d.), Informe sobre los Pliegos de Contratación de Servicios de Telecomunicaciones de la Administración General del Estado y Otras Entidades Públicas (Fase III), INF/CNMC/124/24, [Report on the Specifications for the Procurement of Telecommunications Services by the General State Administration and Other Public Entities], National Authority for Markets and Competition, Madrid, https://www.cnmc.es/sites/default/files/5678178.pdf.
[17] Competition Bureau Canada (2021), “Compliance Case Files: Episode 1 – Bid-rigging”, [video], 19 August, https://www.youtube.com/watch?v=B5pyLluALzo (accessed on 16 July 2025).
[16] Competition Bureau Canada (2015), “Bid-rigging: Compete Legally!”, [video], 25 March, https://www.youtube.com/watch?v=Wu6PTbPYKfY (accessed on 10 July 2025).
[44] Cortés, I. (2023), “La reclamación de Cataluña contra el ’cártel del pañal’ (526 M) abre la veda a nivel estatal”, [Catalonia’s claim against the ‘diaper cartel’ (€526 million) opens the floodgates at the national level], https://www.elconfidencial.com/juridico/2023-02-10/servicio-catalan-de-salud-reclama-526millones-panales_3572295/ (accessed on 10 July 2025).
[24] DCCA (2018), Guidelines on Joint Bidding under Competition Law, Danish Consumer and Competition Authority, Valby, https://en.kfst.dk/media/50765/050718_joint-bidding-guidelines.pdf.
[7] ECHR (2025), “Ships Waste Oil Collector B.V. and Others v. the Netherlands [GC] – 2799/16, 2800/16, 3124/16 et al. Judgment 1.4.2025 [GC]”, European Court of Human Rights, Strasbourg, https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=002-14445.
[23] European Commission (2023), “Communication from the Commission Guidelines on the applicability of Article 101 of the Treaty on the Functioning of the European Union to horizontal cooperation agreements”, EUR-Lex, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=CELEX:52023XC0721(01).
[27] European Commission (2021), “Notice on tools to fight collusion in public procurement and on guidance on how to apply the related exclusion ground (2021/C 91/01)”, 2021/C 91/01 (OJ C, C/91, 18.03.2021, Publications of the European Commission, Luxembourg, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:52021XC0318(01).
[41] European Commission (2020), “Communication from the Commission Communication on the protection of confidential information by national courts in proceedings for the private enforcement of EU competition law”, EUR-Lex, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=uriserv:OJ.C_.2020.242.01.0001.01.ENG&toc=OJ:C:2020:242:TOC.
[42] European Commission (2019), “Communication from the Commission – Guidelines for national courts on how to estimate the share of overcharge which was passed on to the indirect purchaser”, EUR-Lex, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:52019XC0809(01).
[6] European Commission (2015), “Judgement of the General Court (Second Chamber) of 16 June 2015. FSL Holdings and Others v European Commission. ECLI:EU:T:2015:383”, EUR-Lex, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:62011TJ0655.
[40] European Commission (2014), “Directive 2014/104/EU of the European Parliament and of the Council of 26 November 2014”, EUR-Lex, https://eur-lex.europa.eu/eli/dir/2014/104/oj/eng.
[43] European Commission (2013), Communication from the Commission on quantifying harm in actions for damages based on breaches of Article 101 or 102 of the Treaty on the Functioning of the European Union, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=oj:JOC_2013_167_R_0019_01.
[26] European Union (2022), Director Disqualification and Bidder Exclusion – Note by the European Union, https://one.oecd.org/document/DAF/COMP/WD(2022)80/en/pdf.
[50] Fourth Chamber (2019), “Judgement of the Court (Fourth Chamber) of 16 June 2022, Sony Corporation, Sony Electronics Inc. v European Commission, Case C-697/19 P”, https://infocuria.curia.europa.eu/tabs/document?source=document&text=&docid=260982&pageIndex=0&doclang=EN&mode=req&dir=&occ=first&part=1&cid=518969 (accessed on 11 July 2025).
[52] Fourth Chamber (2016), “Judgement of the Court (Fourth Chamber) of 21 July 2016, SIA ‘VM Remonts’ (formerly SIA ‘DIV un KO’) and Others v Konkurences padomen, Case C 542/14”, https://infocuria.curia.europa.eu/tabs/document?source=document&text=&docid=181950&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=520138 (accessed on 11 July 2025).
[30] HCC (2023), Annual Report on Competition Policy Developments in Greece – 2022, Hellenic Competition Commission, Athens, https://one.oecd.org/document/DAF/COMP/AR(2023)14/en/pdf.
[21] HCC (2022), “Ξεσκέπασε τα Καρτέλ - Ρίξε τις Τιμές (για Αναθέτουσες Αρχές)”, [Expose Cartels – Lower Prices (for Contracting Authorities)] [video], 6 June, https://www.youtube.com/watch?v=qu5GpJOv0O8 (accessed on 16 July 2025).
[1] ICN (2002), Advocacy and Competition Policy, report prepared by the Advocacy Working Group, International Competition Policy, https://www.internationalcompetitionnetwork.org/wp-content/uploads/2018/09/AWG_AdvocacyReport2002.pdf.
[4] Le Sénat de France (2025), Commission d’enquête sur les coûts et les modalités effectifs de la commande publique et la mesure de leur effet d’entraînement sur l’économie française, Le Sénat de France, Paris, https://www.senat.fr/travaux-parlementaires/structures-temporaires/commissions-denquete/commission-denquete-sur-les-couts-et-les-modalites-effectifs-de-la-commande-publique-et-la-mesure-de-leur-effet-dentrainement-sur-leconomie-francaise.html.
[14] OECD (2026), Κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση των συμπράξεων στις δημόσιες συμβάσεις (επικαιροποίηση του 2025), OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/0d20be9c-el.
[31] OECD (2025), OECD Competition Trends 2025, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/8c4bd00b-en.
[8] OECD (2024), The Role of Guidelines in Fostering Competition Policy in Tunisia, Competition Law and Policy Reviews, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/82f72c0e-en.
[54] OECD (2024), “The standard and burden of proof in competition law cases”, OECD Roundtables on Competition Policy Papers, No. 318, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/0199f63f-en.
[34] OECD (2023), The Future of Effective Leniency Programmes – Note by Croatia, OECD, Paris, https://one.oecd.org/document/DAF/COMP/WP3/WD(2023)21/en/pdf.
[33] OECD (2023), The Future of Effective Leniency Programmes – Note by Romania, OECD, Paris, https://one.oecd.org/document/DAF/COMP/WP3/WD(2023)23/en/pdf.
[29] OECD (2023), “The Future of Effective Leniency Programmes: Advancing Detection and Deterrence of Cartels”, OECD Roundtables on Competition Policy Papers, No. 299, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/9bc9dd57-en.
[36] OECD (2022), “Data Screening Tools for Competition Investigations”, OECD Roundtables on Competition Policy Papers, No. 284, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/4c5bbb9d-en.
[25] OECD (2022), “Director Disqualification and Bidder Exclusion in Competition Enforcement”, OECD Roundtables on Competition Policy Papers, No. 291, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/fe39ea1a-en.
[22] OECD (2021), Bid rigging and competition policy explained in 7 minutes, [video], 15 July, https://youtu.be/JSPoHSqtVyY (accessed on 18 July 2021).
[45] OECD (2021), “Competition Compliance Programmes”, OECD Roundtables on Competition Policy Papers, No. 257, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/9f6a5618-en.
[5] OECD (2019), “The Standard of Review by Courts in Competition Cases”, OECD Roundtables on Competition Policy Papers, No. 233, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/69008bd2-en.
[32] OECD (2018), “Challenges and Co-ordination of Leniency Programmes”, OECD Roundtables on Competition Policy Papers, No. 218, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/a62573a4-en.
[37] OECD (2018), Fighting Bid Rigging in IMSS Procurement: Impact of OECD Recommendations, Competition Law and Policy Reviews, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/6ce76ce1-en.
[38] OECD (2015), “Relationship Between Public and Private Antitrust Enforcement”, OECD Roundtables on Competition Policy Papers, No. 174, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/8c535258-en.
[2] OECD (2010), Strategies for Competition Advocacy: Background Paper, OECD, Paris, https://one.oecd.org/document/DAF/COMP/LACF(2010)4/en/pdf.
[3] OECD (2005), OECD Journal of Competition Law and Policy: Volume 6-4, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/clp-v6-4-en.
[28] RCC (2025), Lista actualizată a operatorilor economici care au fost implicați în investigații privind trucarea de licitații, [Updated list of economic operators involved in investigations into bid rigging], Romanian Competition Council, https://www.consiliulconcurentei.ro/wp-content/uploads/2020/09/Lista.pdf.
[49] RCC (2020), “Guidelines on competition compliance programs”, Romanian Competition Council, Bucharest, https://www.consiliulconcurentei.ro/uploads/docs/items/bucket13/id13010/ghid_privind_conformarea_cu_regulile_de_concurenta_decembrie.pdf.
[11] RCC and ANAP (2021), Opinie Comună, [Joint Opinion], Romanian Competition Council and National Agency for Public Procurement, Bucharest, https://www.consiliulconcurentei.ro/wp-content/uploads/2020/08/Opinie-comuna-CC-ANAP.pdf.
[51] Second Chamber (2021), “Judgement of the Court (Second Chamber) of 14 January 2021, in Proceedings brought by Kilpailu- ja kuluttajavirasto, Case C-450/19”, https://infocuria.curia.europa.eu/tabs/document?source=document&text=&docid=236423&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=519629 (accessed on 11 July 2025).
[53] Second Chamber (2021), “Judgement of the Court (Second Chamber) of 27 January 2021, The Goldman Sachs Group Inc. v European Commission, Case C-595/18 P”, https://infocuria.curia.europa.eu/tabs/document?source=document&text=&docid=237046&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=520975 (accessed on 11 July 2025).
[9] UNCTAD (2012), Guidelines for Implementing Competition Advocacy, https://unctad.org/system/files/non-official-document/ccpb_SCF_AdvocacyGuidelines_en.pdf.
Σημειώσεις
Copy link to Σημειώσεις← 1. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ.: https://www.bwb.gv.at/fileadmin/user_upload/Leitfaden_Kronzeugen_final_en-GBclean_04.11.2022.pdf.
← 2. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ.: https://www.aztn.hr/cca-closes-2016-with-a-guide-for-contracting-authorities-in-detecting-and-tipping-off-bid-rigging-cartels-in-public-procurement/.
← 3. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ.: https://cpc.bg/en/news-275.
← 4. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ.: https://www.epant.gr/enimerosi/dimosieyseis/odigoi/item/570-odigos-gia-anathetouses-arxes.html.
← 5. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ.: https://www.consiliulconcurentei.ro/wp-content/uploads/2016/05/ghid_practici_anticoncurentiale_licitatii.pdf.
← 6. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ.: https://www.consiliulconcurentei.ro/wp-content/uploads/2017/01/ghid_consortii_final.pdf.
← 7. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ.: https://www.consiliulconcurentei.ro/wp-content/uploads/2022/05/Ghid-lotizare_final_-24.05.2022.pdf.
← 8. Η αυτοκάθαρση αναφέρεται στα μέτρα που λαμβάνει μια επιχείρηση για να αποδείξει την αξιοπιστία της, παρά το γεγονός ότι έχει διαπράξει παράβαση της νομοθεσίας. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν τη διευκρίνιση των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων στις αρχές, την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε, τη λήψη τεχνικών και οργανωτικών μέτρων, καθώς και μέτρων σε επίπεδο προσωπικού για την πρόληψη περαιτέρω παραβάσεων ή την εφαρμογή προγραμμάτων συμμόρφωσης. Σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ (Οδηγία 2014/24/ΕΕ, άρθρο 57 παράγραφος 6), οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τα μέτρα αυτά όταν αποφασίζουν αν θα αποκλείσουν έναν προσφέροντα.
← 9. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. τις πρόσφατες αποφάσεις του ΔΕΕ στις υποθέσεις Bundeswettbewerbsbehörde κατά Nordzucker AG κ.λπ. (C-151/20, ECLI:EU:C:2022:203) και Bpost SA κατά Autorité belge de la concurrence (C-117/20, ECLI:EU:C:2022:202).
← 10. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ.: https://www.bwb.gv.at/en/news/news-2022/detail-1/bid-rigging-afca-and-provincial-courts-of-audit-exchange-experience.
← 11. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ.: https://eufunds.bg/bg/optti/node/13900.
← 12. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ.: https://cpc.bg/en/news-372?returnUrl=page%3d2.
← 13. Το νομικό πλαίσιο της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις αποτελείται από τρεις βασικές οδηγίες: την Οδηγία 2014/24/ΕΕ για τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων προμηθειών και υπηρεσιών εν γένει, την Οδηγία 2014/23/ΕΕ σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης και την Οδηγία 2014/25/ΕΕ σχετικά με τις προμήθειες φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Το πλαίσιο αυτό εφαρμόζεται στις έννομες τάξεις και των έξι χωρών που συμμετέχουν στο παρόν έργο.
← 14. Βάσει του άρθρου 57 παράγραφος 4 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ.
← 15. Απόφαση – 21/12/2023 – Infraestruturas de Portugal και Futrifer Indústrias Ferroviárias, Υπόθεση C-66/22, ECLI:EU:C:2023:1016.
← 16. Για την Αυστρία, βλ.: https://report.whistleb.com/en/bwb.
Για τη Βουλγαρία, βλ.: https://www.cpc.bg/en/signals.
Για την Κροατία, βλ.: https://www.aztn.hr/kartel/prijava-kartela/.
Για την Κύπρο, βλ.: http://www.competition.gov.cy/competition/competition.nsf/All/9B10EE45D2F7E021C2258AEF00460FDA?OpenDocument&highlight=bid%20rigging.
Για την Ελλάδα, βλ.: https://bidrigalert.whistleblowernetwork.net/.
Για τη Ρουμανία, βλ.: https://report.whistleb.com/ro/consiliulconcurentei.
← 17. Βλ. Οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2019, σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης, http://data.europa.eu/eli/dir/2019/1937/oj.
← 18. Η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 προστατεύει πρωτίστως τα αναφέροντα πρόσωπα από αντίποινα στο εργασιακό τους πλαίσιο (π.χ. απόλυση, υποβιβασμός ή άλλη δυσμενή μεταχείριση). Επιπλέον, προβλέπονται εγγυήσεις για την προστασία της ταυτότητας των προσώπων που παρέχουν ανώνυμη πληροφόρηση έναντι άλλων μερών σε διαδικασίες ανταγωνισμού τα οποία ενδέχεται να αποκτήσουν πρόσβαση στον φάκελο, σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των επιχειρηματικών απορρήτων. Βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΓΔ Ανταγωνισμού, Whistleblowers and Informants και τη σχετική καθοδήγηση, που διατίθενται στη διεύθυνση: https://competition-policy.ec.europa.eu/index/whistleblower_en
← 19. Βλ. την Οδηγία 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, http://data.europa.eu/eli/dir/2014/104/oj.
← 20. Για το πλήρες κείμενο της διάταξης, βλ.: https://www.jusline.at/gesetz/stpo/paragraf/209b.
← 21. Για το πλήρες κείμενο της διάταξης, βλ.: https://www.epant.gr/en/legislation/protection-of-free-competition.html.
← 22. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. άρθρο 65 παράγραφος 5 του Νόμου περί προστασίας του ανταγωνισμού της Κροατίας.
← 23. Βλ. άρθρο 45 του ν. 5255/2025, με το οποίο εισάγεται νέο άρθρο 38Α στον ν. 3959/2011.
← 24. Στις περισσότερες έννομες τάξεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των έξι χωρών που συμμετέχουν στο παρόν έργο, το ανώτατο διοικητικό πρόστιμο για παράβαση λόγω συμμετοχής σε σύμπραξη ορίζεται σε 10% του κύκλου εργασιών της εταιρείας κατά το προηγούμενο έτος.
← 25. Το άρθρο 57 παράγραφος 6 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ αναγνωρίζει τη λήψη «συγκεκριμένων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων καθώς και μέτρων σε επίπεδο προσωπικού κατάλληλων για την αποφυγή περαιτέρω ποινικών αδικημάτων ή παραπτωμάτων» ως μηχανισμό αυτοκάθαρσης, μέσω του οποίου οι εταιρείες μπορούν να αποδείξουν την αξιοπιστία τους και να αμφισβητήσουν αποφάσεις αποκλεισμού.
← 26. Στην υπόθεση C-8/08 T-Mobile Netherlands κ.λπ. (ECLI:EU:C:2009:343), το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι «η διάκριση μεταξύ «παραβάσεων λόγω του αντικειμένου» της συμφωνίας και «παραβάσεων λόγω των αποτελεσμάτων» αυτής εξηγείται από το ότι ορισμένες μορφές συμπράξεως μεταξύ επιχειρήσεων μπορούν να θεωρηθούν, ως εκ της φύσεώς τους, ως παραβλάπτουσες την ορθή λειτουργία του ανταγωνισμού».
← 27. Βλ. συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C-217/00 P και C-219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?docid=48825&doclang=EN)∙ Υπόθεση C-405/04 P, Sumitomo Metal Industries κατά Επιτροπής (ECLI:EU:C:2007:52).